To blog του ofios

Εικόνα: ofios

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΑΠ' ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ

Σήκωσε το χέρι του να φυλάξει το πρόσωπό του.
Η καρδιά του χτύπαγε γρήγορα, ο ιδρώτας πάγωσε στο μέτωπό του, τα μάτια του διάπλατα προσπαθούσαν να προλάβουν το χτύπημα.

Ο άλλος ανάσαινε βαρειά με διεσταλμένα ρουθούνια, τα δάχτυλα στα απλωμένα χέρια ανοιχτά σα νύχια αρπακτικού, το στήθος προτεταμένο, γεμάτο οργή, έβραζε. Είχε πλακώσει με τον ίσκιο του τον γονατισμένο στο χωμάτινο πάτωμα άντρα.

Δυό στιγμές ο χρόνος έπηξε αναμεσά τους, τίποτα δεν κινιόταν, το δωμάτιο ήταν μια σταγόνα αίμα, που σε λίγο θα χτυπήσει στο πάτωμα, οι δύο άντρες ήταν ένας Ιανός με τον φόβο στο ένα πρόσωπο και την οργή στο άλλο.

Ξεφύσηξε αργά, τραβήχτηκε πίσω χωρίς όμως να πάρει το βλέμμα του. Ο άλλος δεν κατέβασε το χέρι.

Εικόνα: ofios

ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

«Θοδωράκη! Έλα μέσα βρε! Έλα, που να πάρει ο διάολος τα κόκκαλά τους, πατήσαν τα βρωμοπόδαρά τους στα χώματά μας τα σκυλιά!».
Αυτή η φωνή ακούστηκε ένα πρωινό του Απριλίου του ’41 να αντηχεί στην οδό Στεφανοπούλου 14 στον Πύργο της Ηλείας, όπου βρισκόταν το μπακάλικο της οικογένειας Μπαρκαλέτου εδώ και 50 χρόνια.

Ο πατέρας παρακολούθησε με τα κουκουλωτά του μάτια τον μικρό Θοδωράκη, μέσα στα κοντά του παντελόνια και τα φαρδειά του παπούτσια που είχε κληρονομήσει από τον μεγαλύτερο αδελφό, τον Χρήστο, να τρέχει να ακολουθήσει την προσταγή του, λίγο τρεμάμενος και λίγο αστειευάμενος, αφού ήξερε πως ο πατέρας ήταν μόνο φωνή και καθόλου χέρι και παράτα τους να λένε πως απ΄τ’ αυλάκι και κάτω είναι όλοι άγριοι...

Εικόνα: ofios

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟΥΣ ΠΑΓΟΥΣ

Αφήγηση του Φινλανδού Seppo Hyvönen από την μάχη του Suomussalmi:

Ήταν το δεύτερο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, γύρω στις 12 Δεκέμβρη για την ακρίβεια, όταν άρχισε η επιχείρηση εγκλωβισμού της 163ης Σοβιετικής ταξιαρχίας στο Suomussalmi κι΄έπρεπε να κινηθούμε γρήγορα για να κόψουμε τον εφοδιασμό των σοβιετικών. Η πρώτη μας, λοιπόν, μεγάλη επιχείρηση ήταν όταν διαταχθήκαμε να ενισχύσουμε την 16-17η TASK FORCE SUSI πριν την επίθεση στην περιοχή ανάμεσα στις λίμνες Alajaervi και Kovajaervi.

Εικόνα: ofios

ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΡΟΧΗ...

Τριγύριζε το κούτελο της διόρωφης πολυκατοικίας, γώνιαζε και ακολουθούσε πιστά το μαρμάρινο γείσο κι' αναβόσβηνε άχαρα αυτή η χριστουγεννιάτικη γιρλάντα, λες κι' ολόκληρο το τετράγωνο είχε ανάψει φλας για να στρίψει, να φύγει από την γκρίζα πλατεία, να πάει να χωθεί παραπάνω σε κάποιο ήσυχο στενό, δίχως φώτα και υπόκωφους ρυθμούς από τις καφετέριες.

Η βροχή...

Είχε γυαλίσει όλα τα πεζοδρόμια, τους τοίχους, τις προσόψεις των κτιρίων, τις φωτεινές επιγραφές, ακόμη και αυτήν την ηλίθια άσφαλτο, μαλάκωνε τις όψεις, αντανάκλαγε τα ακίνητα φώτα κυρτώνοντας τις ευθείες σε μιά τρεμουλιαστή ασάφεια και τα κινούμενα σε κυνηγούς των εαυτών τους, πέρναγε μιαν φτηνή γιορτινή πατίνα σε όλα. Και είχε αφήσει τους διαβάτες να συνεχίσουν τον δρόμο τους, απαλή, σαν χάδι κομματιασμένο σε χιλιάδες αγγίγματα.

Ο πλαστικός δίσκος.

Είχε πάνω του τα απομεινάρια ενός δείπνου σερβιρισμένου σε χάρτινες συσκευασίες, λερωμένες τώρα από σκόρπιες σταγόνες κέτσαπ και μουστάρδας, τσαλακωμένες για να μην παρασυρθούν από κάποιον αέρα, θλιβερές μέχρις ανοησίας.

Ο άνθρωπος...

Καθόταν στο πλαστικό κάθισμα ακουμπώντας στην πλάτη, με τα χέρια στις τσέπες του μπεζ, κοτλέ μπουφάν, με τα πόδια απλωμένα ανοικτά κάτω απ΄το καρφωμένο στην πιλοτή τραπέζι, δίπλα σε πολλά άλλα ολόϊδια τραπέζια.
Έκρυβε τη νεαρή του ηλικία κάτω από αρκετό πάχος, κάτω από τα αραιά, αφρόντιστα μαλλιά και το αξύριστο πηγούνι του, πίσω από τα μελαγχολικά, αδιάφορα μάτια, μέσα στην βαρειά στάση του.

Τα δύο ποδήλατα.

Χώθηκαν βιαστικά στην εσοχή που βρισκόταν το ταχυφαγείο, οι αναβάτες ξεπέζεψαν από τις σέλλες μιλώντας δυνατά, με κέφι που έβγαινε ως τα κόκκινα μάγουλά τους και τις βαθειές ανάσες τους, σαν αγγελιαφόροι σε ταινία με ιππότες που φτάνουν στο απομονωμένο πανδοχείο, ακριβώς την στιγμή που ένας δυσκίνητος θαμώνας σηκωνόταν για να βγεί κι' έπεφτε πάνω τους.

Το σάστισμα...

Εικόνα: ofios

Κάνε δεξιά, ρε μπάρμπα..!

«Κάνε δεξιά ρε μπάρμπα!»
«Μπαρμπαριά και Τούνεζι, κακομαθημένε!»
«Ρε, άει στα κομμάτια με το παληοσίδερο...»
«Βρε, σάλτα από ‘κει χάμω...»

Ο γέρος έσκυψε ξανά στο πετάλι του και μαζί ανεβοκατέβαιναν κι’ οι ώμοι του, μιά δεξιά, μια αριστερά, μ’ ένα λερό σακκίδιο στους ώμους, το βλέμμα στηλωμένο εμπρός, έδειχνε σαν κάπου νάχει να πάει και πως θάφτανε, που ο κόσμος όλος να χάλαγε. Τα αυτοκίνητα πέρναγαν δίπλα του κάνοντας μια μεγάλη, φαρδειά τιμονιά, μερικοί κορνάροντας κιόλας, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τί στραβοτιμονιά μπορεί να κάνει ένας γέρος πάνω σ’ ένα ποδήλατο, που, ποιός ξέρει για πού τραβάει παραμονή βράδυ πρωτοχρονιάς, μέσα σ’ όλη την κίνηση. Τρελλόγεροι...

Δεν είχε φέτος την συνηθισμένη κίνηση, αλλά, όπως και να το κάνεις, η πόλη είναι πόλη και ποτέ δεν κοιμάται, πόσο μάλλον το βράδυ της παραμονής.
Τί περίμενες, δηλαδή, να κλειστούν όλοι μέσα και να κάνουν υποθετικά σενάρια για το πώς θα τους κλέψουν και τα υπόλοιπα που τους έχουν μείνει; Ρε, αει στην ευκή από ‘κει πέρα... Για ένα χύμα κρασάκι από την κάβα στην γωνία κι’ έναν μεζέ βγαίναμε και φέτος και το σημαντικότερο, οι φίλοι, δεν παύουν να υπάρχουν με τα δύσκολα.
Αντιθέτως, μαζεύονται όλοι μαζί και γελάνε και βρίζουν με περισσότερη φαντασία τους πάντες: μα κυβέρνηση θες, μα πολιτικούς θες, μα δημαρχαίους και λοιπούς σφογγοκωλάριους, μα τον χρόνο τον ανάποδο που τάφερε όλα στην πλάτη του...
Μα όπως και νάχει κι’ επειδή η κακία βρωμίζει την ψυχή, ακολουθεί και η μόνιμη επωδός: «Βρε, ας έχουμε την υγειά μας και τ’ άλλα θα τα παλέψουμε..», κάτι σαν ξόρκι για κάθε κακό και κάθε λιποψυχία και σαν τεράστιο, αιώνιο φάσκελο στα μούτρα όλων όσων τα βάρη τραβούν αναίτια.

Εικόνα: ofios

Ο Λήκης ο Σκουλήκης

Ένα παραμύθι για παιδιά που δεν έχουν ποδήλατο, αλλά, έχουν δικαιολογίες.

Ο Λήκης ο Σκουλήκης ξύπνησε, τεντώθηκε προς τα εμπρός, τεντώθηκε προς τα πίσω και σηκώθηκε απ΄το φύλλο που κοιμότανε.
"Χα-χουμμμμμ", χασμουρήθηκε και με νυσταγμένα τα δυό του μάτια και τους δεκατρείς φωτοδέκτες του, πήγε να πιεί την πρωινή του δροσοσταλίδα από το πιό πράσινο φυλλαράκι του δέντρου.

Σλουρπ... και μετά από λίγο, άλλο ένα σλουρπ... Όμως, την ώρα που έπινε την δεύτερη δροσερή γουλιά, άκουσε κάτω του μια ασυνήθιστη φασαρία.
Γλύστρησε μέχρι την άκρη του φύλλου και κοίταξε κάτω, στο μονοπάτι των μηρμυγκιών. Μια παρέα σκαθαριών ετοιμαζότανε για εκδρομή και κάνανε όλο τον σαματά του κόσμου. Πάντα έτσι έκαναν, απίστευτη φασαρία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, αυτήν την φορά είχαν και ποδήλατα....
Ποδήλατα χρωματιστά, με γυριστά τιμόνια, με καθρεφτάκια και σχάρες, με παγουράκια και φώτα, με όμορφα αυτοκόλλητα και γυαλιστερούς προφυλακτήρες.
«Μα πού τα βρήκαν τόσα ποδήλατα οι στρουμπουλούληδες», αναρωτήθηκε.

«Ποδήλατο..... Χα! Τα ποδήλατα θέλουν ισορροπία», είπε μέσα στο μυαλό του ο εαυτός του. Πάντα αντιρρήσεις τούφερνε ο εαυτός του, ό,τι κι΄αν ήθελε να κάνει, ό,τι κι΄αν σκεφτόταν πως θα του άρεσε να κάνει.
«Μα έχω ισορροπία», απάντησε ο Λήκης ο Σκουλήκης, «Μια φορά είχα σταθεί στην άκρη ενός φύλλου μόνο με τα δόντια μου και δεν είχα πέσει! Φάτην!».
«Ναι, αλλά τα ποδήλατα θέλουν αντοχή!» ξαναφώναξε ο εαυτός του.
«Ουφ, δεν θα σταματήσει ποτέ..»σκέφτηκε ο Λήκης. «Μπορώ να ανέβω από το έδαφος μέχρι το πρώτο κλαδί του δέντρου μέσα σε μιά μέρα! Ξέρεις εσύ πολλά σκουλήκια που να μπορούν να το πετύχουν αυτό; Έχω αντοχή, έχω τεράααααστια αντοχή! Ξαναφάτην!» και μετά σκέφτηκε μόνος του «βλαμμένε...».
«Μμμμ, καλά....» έκανε ο εαυτός του και τού φάνηκε πως κοίταζε αμήχανα κάτω....

Εικόνα: ofios

ΧΩΡΟΦΥΛΑΞ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΠΑΣΤΡΟΘΟΔΩΡΗΣ

ΠΡΟΣ: ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΑΠΟ: ΕΝΩΜΟΤΑΡΧΗΝ ΘΩΜΑΝ ΜΑΡΛΑΦΟΥΚΗΝ
ΘΕΜΑ: ΝΕΟΔΙΟΡΙΣΘΕΙΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΞ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΠΑΣΤΡΟΘΟΔΩΡΗΣ
ΒΑΘΜΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ: ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ

Ταγματάρχα μου,

Όπως γνωρίζετε και έχετε υπ’ όψιν σας, εδώ και τρείς εβδομάδας έχω εις την δύναμιν της ενωμοτίας Κάτω Γκλανιτσιάς χωροφύλακαν τιναν, ονόματι Φανούριον Παστροθοδωρήν, όστις εάν μου επιτρέπετε, μου δίνει διαρκώς εις τα νεύρα και να πάρει η ευκή τον μπάρμπα του μέσα, όστις, όταν η μήτηρ του Φανουρίου απέθανεν, του πατρός αποβιώσαντος από τεσσάρων ετών ήδη, δεν τον αφήκεν να υπάγει εις το ορφανοτροφείον ένθα και τα σκληρότερα τομάρια αργάζονται και καθίστανται σεβαστοί υπήκοοι του κράτους και του βασιλέως μας, αλλά τον επήρε και τον εσυμμάζεψε, που κακοχρονοναμηνέχει ο ευλογημένος.

Επιτρέψατέ μοι και αφείστε με να ενθυμίσω εις την ταγματαρχοσύνην σας ότι, το συγκεκριμένον άτομο είναι ανθυποξάδελφος, ήτοι τρίτος εξάδερφος, του Κοινοτάρχου της Άνω Γκλανιτσιάς του περιβόητου και φημιστού Διακοστραβελάκη Πλουμιστού της οικογενείας των Διακοστραβελακαίων άτινες παλεόθεν εσυντήρουν τα πλυντήρια μαλλιού της περιοχής Άνω Σέκλανων, ομόρου της Άνω Γκλανιτσιάς περιοχής, τα οποία εκληρονόμησαν από τον προπάππον τού Ανδρέα του Φυστίκωνα, νύν μπακάλη και μεγαλοτυρέμπορα της περιοχής μας, μεγάλον ως προς τον όγκον των πωλήσεων εννοουμένου, ατυχώς όμως ουχί και ως προς το μέγεθος των πωλουμένων μερίδων τυρού εις το παρακείμενον του τυροκομείον ταβερνείον.

Ως ευαρέστηθε και πιθανοτάτως γνωρίζετε, τα Άνω Σέκλανα είναι κατ’ εξοχήν εριοπαραγωγός περιοχή, γεγονός το οποίον ουχί μικράν αλλά μεγάλην μάλλον έχει σημασίαν εν τη εξελίξει της υποθέσεως ταύτης και δη του επεισοδίου , που εκόστισεν το αριστερόν ους του εν λόγω χωροφυλακίου, διότι μου δίνει εις τους νευρώνας και ουχί χωροφύλαξ, παρά χωροφυλάκιον δικαιούται να χαρακτηρίζεται. Σημείωσις, όμως δέον όπως ληφθεί και περί της παραγωγής ερίου εις την Κάτω Γκλανιτσιά ήτις βαίνει διαρκώς αυξανομένη πάραυτα.

Εικόνα: ofios

Το γουρουνόμουτρο

Το ξέρω πως με βρίζετε.
Με τα χυδαιότερα λόγια.
Ξέρω πως είμαι ο αντιπαθέστερος πολιτικός των τελευταίων δεκαετιών.
Και όχι μόνον αυτό.
Περιμένετε να πεθάνω για ναρθείτε να χέσετε στον τάφο μου.
Με βλέπετε στην τηλεόραση και με γεμίζετε φάσκελα.
Με βλέπετε να βγαίνω απ΄την υπουργική μερσεντές και σιχαίνεστε το μούτρο μου, το λίπος που περιφέρω τριγύρω σαν σώμα μου.
Δεν επιθυμώ να σας απαλλάξω απ’ αυτό. Ακούτε την φωνή μου και σας φαίνεται πως ακούτε τις καμπάνες της κόλασης. Θυμάστε τον φραπέ που μου είχε ρίξει εκείνο το υποκέιμενο και εύχεστε να ήταν χειροβομβίδα.

Τα ξέρω όλα και όσα δεν ξέρω τα φαντάζομαι με μεγάλη ακρίβεια.

Κάθε μου φράση περνάει από χίλια κόσκινα στα μπλογκ και στις συζητήσεις σας, προσπαθείτε να με αγγίξετε με βρισιές, με προσβολές, με απειλές.
Μάταια.
Είμαι εδώ και σεις είστε εκεί.
Ούτε πιό κάτω, ούτε πιό πάνω.
Αλλά, μεταξύ μας υπάρχει ένα χάος που δεν θα μπορέσετε ποτέ να διασχίσετε για να πειράξετε ποτέ έστω και μια τρίχα μου.

Με ικανοποιεί, με ερεθίζει αφάνταστα το ότι, τόσος κόσμος θα έδινε το δεξί του χέρι για να μου κάνει κακό και δεν μπορεί. Ξυπνάει μέσα μου μια άγρια χαρά για κάθε έναν καινούργιο φόρο που σας βάζω, για κάθε μέτρο που σας φέρνει πιό κοντά στην απόγνωση.
Δεν έχουμε τίποτε κοινό, μα τίποτε. Να το θυμάστε.
Σας βλέπω σαν υψωμένες γροθιές και ανοιχτά στόματα που κραυγάζουν στα κανάλια και τίποτε άλλο.
Κι΄όσο σας βλέπω χαίρομαι που δεν είμαι ένας από σας, ανεβαίνει μέσα μου ένα κύμα περηφάνειας για την απόσταση που έχω πετύχει να έχω από εσάς. Κι’ αν ξέρατε με πόσο λίγο κοπο και πόσο εύκολα σας έχω φέρει στο χείλος της τρέλλας, θα απορούσατε. Αρκεί μια υπογραφή μου, ένα νία, μια ελλειπής τεκμηρίωση και σας έχω πνίξει ακόμη βαθύτερα.

Εικόνα: ofios

'συχία να μην έχει αυτό το κορίτσι...

΄συχία να μην έχει αυτό το κορίτσι!

Της έλεγες κάτσε κάτω κοριτσάκι μου, Ταν! Πεταγόταν πάνω σαν ελατήριο.
Της έλεγες μην πιάνεις κούκλα μου το φαγητό με τα χέρια, βούταγε και τους αγκώνες στο πιάτο, έφταναν οι σάλτσες μέχρι τ΄αυτιά.
Της έλεγες μην πατάς, ζωή μου, μεσ΄ τις λάσπες, πήγαινε και γινόταν σαν τον κουβά της αφισσοκόλησης...

Τάβαζες σ΄ένα δωμάτιο, από μικρά που ήτανε, τους έβαζες και δυό κούκλες, δυό παιχνιδάκια, δυό κουζινικά κι΄έλεγες τώρα θα παίξουν, θα ΄συχάσουν.
Έμπαινες μετά από δύο λεπτα στο δωμάτιο, όλα ήταν καθισμένα και χτενίζανε τις κούκλες και σερβίρανε δήθεν τη σούπα, η Αθηνούλα θάχε ανοίξει τα συρτάρια και θα σκαρφάλωνε ν΄ ανέβει στην ντουλάπα!
Τάπαιρνε ο θείος Λευτέρης να τα πάει στη θάλασσα, τούβγαζε την ψυχή.... Τώρα πέταγε το βρακί του να μείνει γυμνό, τώρα έκανε βουτιές χωρίς να ξέρει μπάνιο, τώρα την έχανες κι΄είχε πάει στα βράχια και σκαρφάλωνε, σου λέω, το τέρας του βουνού, ο λήσταρχος Γιαγκούλας σε μωρό !

Μετά πήγε σχολείο.
Λέμε, τώρα ο θεός να βάλει το χέρι του, θα δεις, πιό πολλές μέρες θάναι σπιτι με αποβολή, παρά στο σχολείο. Αυτή πάλι ήρθε και ηρέμησε. Άκουγε σχολείο και τρελλαινότανε. Μην αργήσει, μην λείψει, μην αρρωστήσει, μην και ξεχάσει κάποια άσκηση. Μα μόλις τελείωνε τα γραφτά, νάσου τη στην αλάνα για μπάλα με τα αγόρια, ή στην κατηφόρα με τα καφάσια που τα κάνανε πατίνια, ή στο λοφάκι να τσουλάνε λάστιχα στον γκρεμό! Γεμάτα γρατζουνιές τα πόδια της, ΄κείνα τα χέρια της μές΄τη λίγδα πάντα, μέτωπα-μάγουλα σα λιμενεργάτης.
Της έλεγε η μάνα της, βρε Αθηνά μου, κοριτσακι εσύ να γιομίζεσαι λάσπες και βρωμιές, κύτταγε πέρα εκέινη, γύρναγε και το χέρι απ΄τη ανάποδη και σκούπιζε τη μύτη έκλεινε τα μάτια να μην μπαίνει η σαπουνάδα και την καίει και μόλις την έντυνες σε δέκα λεπτά ήταν πάλι σα σκουπιδιάρης...

Νάσουνα από μια μεριά νάβλεπες τί έγινε όταν τής έφεραν το πρώτο της ποδήλατο, ο θείος της ο Βασίλης δηλαδή που πήγε και τής επήρε ένα γιατί εμείς δεν είχαμε ούτε για τσίσα μας...

Εικόνα: ofios

Το ποδηλατάκι του παππού

Ο παππούς ήταν πάντα μεγάλος, δεν τον θυμάμαι ποτέ σαν τον πατέρα του πατέρα μου, μού ΄μοιαζε μάλλον σαν παππούς όλων μας.
Ήταν αυτό που λέμε, καλός παππούς, με τα άσπρα του μαλλιά, το μουστάκι του που μας γαργάλαγε όταν μας φίλαγε, τα μεγάλα χέρια και τα κρεμαστά αυτιά που έχουν πολλές φορές οι ηλικιωμένοι, με το ελαφρύ, σκυφτό περπάτημα πούχουν αυτοί που δουλεύαν μια ζωή στα χωράφια και τους φαίνεται ανάλαφρος ο δρόμος.

Μας χαιρόταν όταν μας έβλεπε, άνοιγε η καρδιά του, δεν μας έλεγε ποτέ καλώς τα παιδιά μου ή καλώς τα εγγόνια μου, έλεγε καλώς τα καμάρια μου. Και όταν μας αγκάλιαζε μύριζε σαν παππούς, με τα πολυφορεμένα ρούχα τα πλυμένα με πράσινο σαπούνι, με τις φανέλες που οι μασχάλες τού΄χαν κατέβει ως τη μέση, με τα παντελόνια τα φαρδειά και τα χέρια που πάντα κάτι κράταγε, μα ένα κλαδευτήρι, μα ένα σφυράκι, μα ένα ποτιστήρι.

Είχε μες τη ματιά του, τόβλεπες, φαινότανε, είχε ΄κείνον τον φόβο, που νομίζω πως τον είχε εκείνη η γενιά που περασε δυό πολέμους, όχι μόνον τον δεύτερο , αλλά που ΄χε περάσει και σαν παιδί τον πρώτο πόλεμο κι΄είχε χάσει πολύ γρήγορα το χαμόγελο, ξέρεις εκείνο το παιδικό της ξενοιασιάς, που νομίζεις πως όλος ο κόσμος γυρνάει τριγύρω σου, που νομίζεις πως είσαι το κέντρο του κόσμου όλου και λες μπαμπά και μαμά κάθε δυό λεπτά, όλο κάτι να δείξεις, όλο κάτι να πεις, να ζητήσεις, να ρωτήσεις.

Και ξέρεις, έχω στο μυαλό μου πως ειδικά οι νησιώτες που τους έχουν κουβαλήσει στην πόλη με το ζόρι, θες οι αρρώστειες, θες η ανάγκη, θες η ερημιά του τόπου, έχουν πάνω τους ένα βάρος μεγαλύτερο απ΄τους στεριανούς. Αναστενάζουν αλλιώς, τους πιάνει η νοσταλγία, έχουν νταλκά, νιώθουν να πνίγονται.
Είναι η θάλασσα, η θάλασσα στο κάνει αυτό.

Εικόνα: ofios

Α, ΡΕ ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ...

Είμαι στο βήτα δέκα το διπλό, το αρθρωτό, κι΄έχω φορτώσει σαράντα πενήντα άτομα και ανεβαίνω για Μενίδι. Ανεβαίνω Αχαρνών, μπαίνω Σουρμελή, στρίβω Λιοσίων, με πιάνει ψιλόβροχο, λέω να πάρει ο διάλος την τύχη μου μέσα...
Έχω και τρύπα στο μουσαμά τού μύλου του συρόμενου και στάζει και νερά απ΄το ψιλόβροχο κι΄είναι κι΄ένας μαλάκας που μούχει ζαλίσει το συκώτι με τη γρίνα, λέου τώρα θα τονε περιλάβω να γίνει δω μέσα χαμός και θέλω μόνο τέσσερα χρονάκια για το εφάπαξ και πάνου κει, σταματάω στην Βρεττού και μου σκάει μύτη το κωλοπαίδι με το ποδήλατο το σπαστό νάμπει μέσα.

Τόνε κοζάρω απ΄τον καθρέφτη,πάει και μπαίνει απ΄τη μεσαία,
"Έξω" του λέω, "δεν έχει ποδήλατα στο όχημα"!
"Δεν έχει" μου λέει, "γι αυτό θα βάλω εγώ ένα νά έχει!"
"Ρε δεν επιτρέπεται" του λέω,
"Να διαβάσεις τον κανονισμό", μου λέει.
"Δεν ξέρω ΄γω κανονισμό, δε βάζεις ποδήλατο μέσα, γκέκε;" του λέω.
"Δε ξέρεις γιατί δε στόπανε ή για΄ δε ξέρεις να διαβάζεις;" με ρωτάει.
"Δε μου τόπανε!" του λέω.
"Πάρε!" μου λέει και βγάζει μια φωτοτυπία τον κανονισμό και μου την κολλάει στα μούτρα.
"Ρε βιαζόμαστε!" του λέω, "κατέβα κάτου!"
"Κι΄ άμα κατέβω μου λέει θα βιάζεστε λιγότερο..;"

Σηκώνουμαι πάνω και πάω κοντά:
"Ρε νιόνιο, κατάλαβες ή θες να στο κάνω πενηνταράκια;"
"Άστο σε δεκάευρω", μου λέει, "έχω τρύπια τσέπη."
"Δεν επιτρέπεται ποδήλατο δω μέσα!"
"Μα δεν θα κάνω ποδήλατο" μου λέει, "μόνο θα το κουβαλήσω..."
"Ε, δε το κουβαλάς!" τού λέω.
"Ακουμπισμένο τόχω" μου λέει "δεν το κουβαλάω!"
"Ρε, πλάκα μού κάνεις, σύρε και τράβα και άμε και κατέβα το ποδήλατο κάτω!", του λέω.
"Στάσου!", μου λεει, "πού το βλέπεις εσύ το ποδήλατο;"
"Κι΄αυτό τί είναι ρε ξεφτέρι;" τονε ρωτάω.
"Είναι δύο ρόδες η μία πλάι στην άλλη πάνω σ΄ένα σίδερο!", μου λέει, "τα ποδήλατα τίς ρόδες τίς έχουν τη μία μπρος και την άλληνα πίσω, έτσι δεν είναι..;"
"Ρε με δουλεύεις;" του λέω, "Κατέβα μη σε θρηνήσει η μάνα σου!"

Εικόνα: ofios

ΚΑΦΑΣΙ ΣΤΗ ΣΧΑΡΑ

Θυμήθηκε τον Λάζαρο.
Πάντα ο αχνός τού απογευματινού καφέ τής θύμιζε τον Λάζαρο...
Ποτέ δεν εκάθησαν πλάι-πλάι στο μικρό σαλονάκι που βλέπει στον κήπο δίχως ένα φλυτζάνι καφέ ανάμεσά τους. Ήταν η αχρείαστη δικαιολογία για να βρίσκονται μαζί, εκείνος μόνος, απάντρευτος για μιά ζωή, κι΄εκείνη αφημένη απ΄τον άντρα της στην τύχη της αμέσως μετά τον δεύτερο πόλεμο, τον αδερφοκτόνο.

Στην Πανεπιστημίου ο κόσμος κύτταζε τα γερμανικά καμιόνια να κυλάνε με θόρυβο και να φεύγουν φορτωμένα ντροπή και φόβο.

Κι΄από την άλλη άκρη του δρόμου σερνόταν αθόρυβα και ύπουλα ο εμφύλιος, να μπει σε κάθε σπίτι, να μην αφήσει καμμιά οικογένεια αλέρωτη, καμμιά συνείδηση ακέραια.

Πούσαι Λάζαρε, είπε μέσα της, να δεις πόσο πληρώνουμε ακόμη τον εμφύλιο, πούσαι να δεις οπούλεγες που θα φύγει και θ΄αγκαλιαστούμε να ξεχάσουμε και να πιούμε παρέα πάνω στα μνήματα των άτυχων που΄πέσαν από το ίδιο χέρι πούσφαζε και τον κατακτητή, πούσαι Λάζαρε να στερέψεις απ΄το κλάμα σα δεις πόσος εμφύλιος κοιμάται ακόμα μέσα μας και περιμένει μια μικρούλα αφορμή για να σκάσει μύτη...

Θυμάται τον παπά να κάθεται στην άκρη στο πεζοδρόμιο με τα χέρια ν΄αναδεύουν το χώμα εμπρός του και να μουρμουράει κουνώντας δεξιά-αριστερά το κεφάλι «Πού΄ν΄το αίμα.., πού΄ν ΄τα παιδιά...» και ύστερα θυμάται να σκιρτάει με τον αρχάγγελο που της φάνηκε πως είδε να κυλάει καταπάνω της απ΄την άκρη του δρόμου. Είχε τον ήλιο πίσω της και τού φώτιζε το εθνόσημο στο δίκωχό του κι΄έλαμπε και της φαινόταν άγιος που επάσχιζε να ξεφύγει απ΄το κακό και ΄κείνη είχε θελήσει να τονε σταματήσει να μείνει για λίγο κοντά της, να την ακούσει να του λέει πόσο το μέσα της ζήταγε ν΄ακούσει έναν αντρίκιο λόγο εξόν από ΄κείνον του πατρός της, που την εσταύρωνε να φύγει για την άλλη άκρη της γής, να γλυτώσει απ΄το σύννεφο που΄ρχόταν γοργά, να ψαύσει να βρει την τύχη της αλλού, να μη μιλάει πιά τα ελληνικά.

Εικόνα: ofios

Στου Μπερνίτσα το ζαχαροπλαστείο...

«....Λέει ο Θωμάς, ν ανέβεις στην Αθήνα, όλο και κάποια δουλειά θάβρεις.
Δέκα ώρες Τήνο-Αθήνα έκανε το καράβι τότε. Κατάστρωμα, βροχή, δεν άντεχα την κλεισούρα του αμπαριού, μαθημένος απ΄το έξω. Φτάνω στον Πειραιά, κόσμος κακό , φασαρία, σάστισα, μούρθε να ξαναμπώ στο καράβι τα μπρος πίσω για το νησί.
Με τα πολλά κατέβηκα, πάτησα πόδι στην προκυμαία, βρήκα ένα κάρρο με πήγε ως το σαπουνάδικο που ήταν στην Πειραιώς, από ΄κει τόκοψα με τα πόδια, έφτασα στου Φρατζέσκου τον καφενέ στην Κουμουνδούρου.

Τι χαμπέρια μου λέει, δουλειά του λέω δεν έχω και δεν θέλω να φύγω για πέρα, γιατί τότε όλοι φεύγαν για την Πόλη ή για τη Σμύρνη να πα΄ να δουλέψουνε σε σπίτια μαγέροι και καμαριέρες. Δεν άντεχα να φύγω, έβλεπα διαβατήριο και μ΄έπιανε τρέμουλο, να θέλω σφραγίδα για ναρθω πίσω, ν΄ακούω βιολί νησώτικο και να τρέχουν ποτάμι τα μάτια μου, δεν ήθελα.
Είπα πάω στην Αθήνα κι΄ας κάμω ό,τι βρω, θα σούρνομαι, μα στα ξένα δεν πάω.

Ο Φρατζέσκος είχε γνωριμίες, μου λέει άσε τον μπόγο κει στη γωνία, με στέλνει σ΄ένα μαγαζί που ήθελε λέει κόσμο για μια δουλειά που δεν είχε ξαναγίνει στην Αθήνα.
Λέω μέσα μου, τί δουλειά είναι τούτη δω, μην είναι τίποτε βρωμιά στη μέση, πάω που λές γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων, κυττάω καλά, τί να δω΄, ένα ζαχαροπλαστείο, «Π. Μπερνίτσας» είχε την ταμπέλλα, κόσμος, μιλιούνια, μηρμυγκιές, να λες πού πάνε όλοι αυτοί , πού χωράνε κει μέσα.
Να μοσχοβολάει ο τόπος βούτυρα και κρέμα.
Εγώ ήμουν με τα ρούχα απ΄το ταξίδι, ντράπηκα, λέω θα με δει έτσι θα με στείλει από κει πούρθα, τί να κάμω τώρα, λέω, μπες μέσα Λορέντζο κι΄ότι γίνει.

Εικόνα: ofios

ΤΡΕΙΣ ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ (μέρος 1ο)

Στις δέκα το πρωί της Τετάρτης δεκαεπτά Μαρτίου, ο άνεργος ηθοποιός Δημήτρης Μαυροστούπης φόρεσε τα πλεχτά γάντια που τού είχε φτιάξει πριν από εικοσιδύο χρόνια η γιαγιά του Αρτεμισία Μαυροστούπη το γένος Παθιακάκη, κατέβασε χαμηλά μέχρι τα φρύδια τον αγορασμένο από σεντόνι τής οδού Αιόλου σκούφο του, τράβηξε την πετούγια τής πόρτας και βγήκε στον κοινόχρηστο διάδρομο τής μονοκατοικίας τής πεζοδρομημένης παρόδου Υψηλάντη. Οσμίστηκε το ψητό κατσαρόλας τής κυρίας Λυμπέρη από τον πρώτο όροφο που είχε και μπαλκόνι και έκανε για δεύτερη φορά την ίδια κίνηση με το χέρι, ανοίγοντας αυτήν την φορά την εξώθυρα που οδηγούσε έξω στον κόσμο, στους ανθρώπους.
Η πόρτα δεν έτριξε πίσω του, χάριν τής διαρκούς και αδιάλειπτης φροντίδας του κυρίου Μιλτιάδη, συγκατοίκου και διαχειριστού τού οικήματος.

Βγήκε στον δρόμο.

Το πρωινό ήταν ευχάριστα μουντό και ο καφετζής στην απέναντι τζαμόπορτα είχε ήδη ετοιμάσει τους μεσημεριανούς του μεζέδες για την αποτελούμενη από συνταξιούχους και εισοδηματίες αργόσχολη πελατεία του. Σήκωσε το χέρι προς τον ηθοποιό, όχι τόσο για να χαιρετήσει κάποιον, που ποτέ δεν είχε καθήσει έστω για μια πορτοκαλάδα στο μαγαζί του, αλλά, γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς εάν θα βρεθεί,
χάριν μιάς ασήμαντης, εξαναγκασμένης χειρονομίας, να παίρνει τηλέφωνο τους συγγενείς του για να τον δουν το βράδυ στις ειδήσεις να μιλάει για το πόσο καλές σχέσεις είχε με τον αποδεδειγμένα μονόχνωτο ηθοποιό, που στο μεταξύ θα είχε αυτοκτονήσει για αδιευκρίνιστους λόγους.

Ο Δημήτρης Μαυροστούπης, αδιόρατα αβέβαιος για τον αν η ανεργία του οφείλοταν στο κακόηχο όνομά του ή σε πιθανό έλειμμα ταλέντου του, προχώρησε με σταθερά βήματα προς το γκαράζ της οδού Γερογιάννη κυττάζοντας πάντα ψηλά, παρατηρώντας την κίνηση των γυμνών κλαδιών των δέντρων στο φόντο τού γκρίζου ουρανού, αναπνέοντας βαθειά την πρωινή δρόσο, που τού θύμιζε την πλατεία τού χωριού του, κάπου στην ορεινή Αιτωλοακαρνανία.

Έστριψε στην Ξενοφώντος.

Εικόνα: ofios

Ούτε πέτρα...

Η μονοκατοικία έστεκε ανάμεσα στις πολυκατοικίες με μιάν άνεση χώρου, που τής χάριζε ο φαρδύς περίβολος με τον κήπο και η γωνιακή της θέση στην κάθοδο της οδού Κρέμου. Τα χρώματά της είχανε κυλίσει εδώ και χρόνια παρασυρμένα απ΄τον καιρό και την βροχή στους υπονόμους της Καλλιθέας και ένα ζεστό ζαχαρένιο χρώμα είχε μείνει να την κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στο περιβάλλον γκρίζο. Από την στέγη και τις λεπτές, αδιόρατες ρωγμές στον τραβηχτό σοβά, ρυάκια λάσπης και χώματος είχαν τραβήξει ρυτίδες σε κάθε απόχρωση του καφέ και τής ώχρας, που όλες τους, άλλες μικρότερες κι΄άλλες πιό μεγάλες, άλλες στεγνές από καιρό και άλλες νωπές ακόμα, έρρεαν προς τις πλάκες του πεζοδρομίου.

Η κεντρική είσοδος, τοποθετημένη έκκεντρα, στο αριστερό μισό της πρόσοψης, εξείχε σχηματίζοντας ένα μικρό προστώο, αντιγραφή από μεγάλα νεοκλασσικά τού κέντρου τών Αθηνών, ενώ ένα μικρό στέγαστρο με ένθετο φως σκέπαζε τα τρία σκαλοπάτια που έπρεπε να ανέβει κανείς για να μπεί στο σπίτι.
Η οικογένεια, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πλούσια, ήταν ωστόσο αρκετά εύπορη ώστε να μπορεί να αποτυπώσει στο εξωτερικό της οικίας, αρχικά την θέση της και στην συνέχεια τις βλέψεις της.

Στα αρχεία του Δήμου δεν υπήρχε κανένα στοιχείο για τον αρχιτέκτονα και το μόνο γνωστό ήταν ότι, το νεοκλασσικό είχε κτιστεί τέσσερα με πέντε χρόνια μετά την οικία Λασκαρίδου. Οι τελευταίοι κάτοικοι, νοικάρηδες του ισογείου, που ήταν ο μόνος κατοικήσιμος χώρος του κτιρίου την τελευταία οκταετία, είχαν κλείσει οριστικά την πόρτα πίσω τους πριν πέντε χρόνια.

Εικόνα: ofios

Η απαιτητική Εβδόμη...

“Πάμε πάλι, πάμε πάλι!!! Απ΄την αρχή και συγκεντρωθείτε παρακαλώ, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!! Όταν λέμε staccato εννοούμε staccato!!! Ο συνθέτης γράφει staccato και εννοεί staccato, άρα θα παίξετε staccato ακόμη κι΄αν χρειαστεί να κοιμηθείτε εδώ !!!”

Ο Χερ Ρίμπενσταλ είχε θυμώσει πραγματικά.
Εδώ και τρεις μήνες που είχε δεχτεί να αναλάβει την θέση του διευθυντή ορχήστρας σ΄αυτήν την ασήμαντη πόλη με τους ασήμαντους ανθρώπους και τους ακόμη πιό ασήμαντους μουσικούς, σε κάθε πρόβα έφτανε στα όριά του.
Ε, μα πιά αυτοί εδώ έκαναν μόνον για παρελάσεις, όχι για συμφωνική ορχήστρα της πόλης του Μπίρκενστοκ όσο ασήμαντη κι΄αν ήταν αυτή! Σκατά !

Ας όψεται όμως η υγεία της συζύγου του, που είχε ανάγκη να βρεθεί σε ένα ιδιαίτερα ήσυχο περιβάλλον για να ξεπεράσει τον θάνατο του αγαπημένου της σκύλου....

Βρωμόσκυλο... Για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια έβρισκε σκυλόσκατα μέχρι και στα πόδια του πιάνου, ως και στις παρτιτούρες που συνήθιζε να ακουμπάει στο πάτωμα όταν μελέταγε, μέχρι και στην θήκη της βιόλας του είχε βρει τα ευλογημένα σκυλόσκατα, που κανείς πλην της συζύγου του δεν έπρεπε να μαζέψει γιατί όλοι οι υπόλοιποι έκαναν γκριμάτσες αηδίας, που πιθανόν να πλήγωναν την ψυχή της ψειροφωλιάς...!!!

Και τώρα είχε κολλήσει εδώ, σ΄αυτό το διαολεμένο staccato του Μπετόβεν, σ΄αυτήν την διαολεμένη κωμόπολη της βόρειας Αυστρίας, μ΄αυτούς τους κατ΄ευφημισμόν μουσικούς, να προσπαθεί να διευθύνει...Χα!!! Να διευθύνει !!! Εξ΄αιτίας του κωλόσκυλου δεν θα διηύθυνε ποτέ ξανά, ποτέ ξανά, ποτέ ξανά, τόλεγε και το ξανάλεγε στον εαυτό του να το χωνέψει και να μην ελπίζει, που να πάρει ο γερο-διάολος, να μην ελπίζει!!!

“Το τρίτο μέρος στις συμφωνίες του Μπετόβεν δεν είναι menuetto, πόσες φορές θα σας το πώ!!! Με εξαίρεση την Ογδόη, όλες οι άλλες στο τρίτο μέρος έχουν scherzo, που θέλει α-κρί-βει-α, γιατί αλλιώς θα ακούγεστε σαν μουσικοί του λούνα πάρκ, το καταλάβατε??!!! Και σεις αγαπητέ Γιούνγκσταλ, σταματήστε να έρχεστε στις πρόβες με το ποδήλατο!!!”

Εικόνα: ofios

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ...

Ο ταξιτζής είναι ένας επαγγελματίας.
Ό,τι κι΄αν σημαίνει αυτό για όλους τους κλάδους των επαγγελματιών.

Έχω έναν πολύ απλό τρόπο να ξεχωρίζω μέσα στο μυαλό μου τους επαγγελματίες σε κάθε κλάδο: θέλω πάντα να γυρνάω σε αυτούς για συνδιαλλαγή, συνεργασία, εξυπηρέτηση. Από το μίνι μάρκετ της γειτονιάς μέχρι και τον υπάλληλο της εφορίας, γιατί παντού υπάρχουν επαγγελματίες και το δημόσιο δεν αποτελεί εξαίρεση.

Στο αντιδιαμετρικό σημείο ακριβώς βρίσκεται ο ταρίφας.
Ταρίφες υπάρχουν σε όλους τους χώρους.
Απλούστατα, είναι οι μή επαγγελματίες...

Βάλτε με το μυαλό σας τώρα έναν ταρίφα και το ταξί του.
Αλλά, κάντε έναν κόπο και όταν λέω ταξί, φανταστείτε ταυτόχρονα πως το όχημα είναι η Ελλαδίτσα μας, ενώ ο ταρίφας είναι όλοι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ, μικροί μεγάλοι, θηρευτές και παγιδευόμενοι, λαδωτές και λαδωνόμενοι, ψηφοθήρες και ψηφοφόροι, κοντικοί και μακρινοί μας, παραγωγοί και μεταπράτες, ρουσφετάκηδες και βολεμένοι.

Ο ταρίφας, λοιπόν, κατεβαίνει για δουλειά.
Το όχημα είναι σαφώς απεριποίητο.
Τρακαρισμένο και προχειροφτιαγμένο, οι ταπετσαρίες μπαλωμένες με εμφανή τα σημάδια μιας προχειροδουλειάς χαμηλού κόστους, ένα αποσμητικό δεντράκι πασχίζει να καλύψει τις οσμές του χώρου από τσιγάρο, σουβλάκια και απλυσιά, ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναιο ρυπαρός και δυσανάγνωστος τιμοκατάλογος. Το ταξίμετρο στοιχειοθετεί μια απειλή μόνο του.

Εικόνα: ofios

Η ΡΥΤΙΔΑ ΣΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ...

Και πές εσύ πως αύριο κόβει δραχμή.

Μόνο για εσωτερική χρήση.

Και πες, ότι κρατάει το ευρώ για συναλλαγές (με τους άνωθεν και έξωθεν τοκογλύφους) και ταξίδια εις την αλλοδαπήν.

Και, ειλικρινέστατος, σού λέει, "αύριο που θα πάς στον μπακάλη πάρε μαζί σου τις δραχμές, το ευρώ θα τόχω εγώ για να κάνω τα ίσα μου και τους λογαριασμούς μου και να ξέρω τι χρωστάμε".

Και βγαίνεις εσύ απ΄το σπίτι και πάς στο καφετυροπιττάδικο και λές "Καλημέρα, Μάκη, κάνε μια φραπεδούμπα ν΄ανοίξει το μάτι" και σου λέει ο Μάκης "Ορίστε, Γρηγόρη μου" και επανέρχεσαι εσύ "Πόσο κάνει;" και έρχεται ο νταμπλάς "Εξακόσιες δώδεκα, Γρηγόρη μου..." και εκεί ακριβώς χαλνάνε οι σχέσεις σου με τον Μάκη, που αυτομάτως μετατρέπεται σε "Ρε μ@λ@κ@"!!! Εξακόσιες δώδεκα δραχμές ένα φραπεδάκι (εξέπεσε από φραπεδούμπα) σε πλαστικό και στο χέρι;;;;"
"Μα Γρηγόρη μου, τόσο τονε πλήρωνες και χτές και δε σε έκοφτε, τί σ΄έπιασε σήμερις..." απαντεί έκπληκτος ο Μάκης.

Και κάθεσαι και λογαριάζεις και λες ένα και ογδόντα ευρά επί τριακόσιες τεσσαράκοντα δραχμούλες, μας κάμει, όντως, εξακόσιες δώδεκα δραχμάρες... Πώς δε τόχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό...

"Καλά" λες, και σημειώνεις πως αύριο το πρωί θα πάρεις καφέ στο θερμός απ΄το σπίτι, "Βάλε και μια ζαμπονοτυρόπιττα να στηλωθούμε λιγούλι".
Απλώνει ο Μάκης την πιάστρα, τσιμπάει την παραγγελία από την βετρίνα, την σακκουλιάζει, τής προσάπτει και μία χαρτοπετσέτα και στην αποδίδει:
"Εξακόσιες σαράντα έξι δραχμές, Γρηγόρη μου", σού λέει και διακρίνεις πως κοκκινίζει ελαφρά...

Και ξαναματαλογαριάζεις και βρίσκεις πως ένα κι΄ενενήντα επί τριακόσιες σαράντα δραχμές, επαληθεύει το απαιτηθέν από του Μάκου ποσόν....

"Φτού, γ@μώ το φελέκι μου, τί κερατιάτικα πληρώνω ο μ@λ@κ@ς τόσον καιρό..." και αποφασίζεις αύριο να πάρεις τοστάκι στο αλουμινόχαρτο απ΄το σπίτι...

Εικόνα: ofios

Ο ΑΝΕΣΤΑΚΟΣ Ο ΡΕΜΠΕΤΗΣ....

Απόσπασμα από την βιογραφία τού Ανεστάκου, του αγνώστου ρεμπέτου και οργανοπαίκτου εκ Καμινίων:

Εντρεπότουνε ο Ανεστάκος, εντρεπότουνε επιπλέον του χαραχτήρος του, που από τα γενοφάσκια του ήτο ελαφρώς χαμηλοβλεπής.
Εντρεπότουνε ένεκα που το Χαρικλάκι ανεχώρησε δι΄άλλας παραλίας μετά του Διονύση του Μπεγλέρη και απεκόμισε φεύγοντας και το γκαζοζέν του Ανεστάκου, αφηνοντάστονε άνευ ρόδας, ήτοι, χωρίς πρόσωπο στην κενωνία του προσφάτως σχηματισθέντος Ελληνικού έθνους και επικυρίως, εις τα περί την Κοκκινιάν σοκκάκια, όπου επεριφερότουνε τα τελευταία σαρανταδυό του χρόνια, επί συνόλου σαραντατεσσάρων.

«...είναι μεγάλος ο καημός του χωρισμού μας τώρα,
με πήρε πια ο ποταμός, με πήρε πια η μπόρα...».

Γεννημένος στα Αλάτσατα της πάλαι ποτέ Ιωνίας, εμετεκομίσθη διετές παιδίον εις Περαίαν, ένεκα που ο πόλεμος τους έδιωξε με μιάν αλλαξιά ρούχα, πέντε βρακόπανα για το παιδί και το ζουμπά, το κοντομπούζουκο του θείου Θανασού, που ο πατέρας το επήρε μαζί, αν και ποσώς κατείχε την τέχνη του άδειν μετά συγχορδίας.
Είχε ακούσει όμως ότι, ο στρατηγός Μακρυγιάννης, τον οποίον εκτιμούσε ιδιαιτέρως, έπαιζε τον ταμπουράν, όστις εσυγγένευε με τον ζουμπάν και είπε να κάμει τιμήν στο οργανάκι και να το σώσει απ΄τη φωτιά και τους τσέτες. Δικαίως εσώθη το οργανάκι, χάριν λάθους συγγενείας όμως, καθότι ο ζουμπάς και το μπουζούκι έχουν προπάππον το μανδολίνον και ουχί τον ταμπουράν.

Ο Ανεστάκος, λοιπόν, που τον έστελνε η μάνα του σχολειό για να πηγαίνει κι΄αυτός τραβούσε στον τεκέ πενιές για να μαθαίνει, ετίμησε τον ζουμπάν ιδιαιτέρως και κλίση μεγάλη και επιμέλεια έδειξε προς την εκμάθηση τού οργάνου και ήρχισεν λίαν συντόμως να ΄κονομάει, ούτως ειπείν, τα δέοντα για την ζήση του. Διότι η χαμαλίκα και το τελωνείο εταιρίαζαν ποσώς με τον χαρακτήρα του Ανεστάκου, όστις ηρέσκετο και εις την δημιουργικότην.

Εικόνα: ofios

ΥΨΗΛΗ ΠΕΡΙΠΟΔΗΛΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΙΣ

Ανόητη επισκέπτις...
Τουρίστρια ή μάλλον, συνοδός
των κουτοφράγκων που πλησίον της
συνωθούνται.

Ανόητη επισκέπτις...

Πατάει επιμόνως το κουμπί
του πεζοφάναρου ν΄αλλάξει την φιγούρα,
το χρώμα στην μικρή καρικατούρα
που τώρα στέκει ορθή, κοκκινισμένη
εις του πρασίνου την βαδίζουσα ορμή..

Ματαίως, όμως..
Εγελάσθη η μωρά..
Στου Ασμτελόδαμου εθάρρησεν την χώρα
ή στης Πραγός την ανουσίαν ανεμελιά
πως επροχώρα...

Δεν είναι δω το Άμστερνταμ, μηδέ το Εδιμβούργο
Εδώ΄σαι σκλάβα γιωταχή, σκλάβα του Κακλαμάνη.

Μή του Ζαππείου το πράσινο, μη του Ολυμπείου οι στήλοι
ενόμισες για μια στιγμή πως είναι της Μπιρμπίλη
και ταίριαξες μεσ΄το μυαλό πως οι σοσιαλησταίοι
εθέλησαν να γίνουμε και μεις σαν ευρωπαίοι,
να σταματούν στο πράσινο, να δίνουν προτεραιότης..;
Ω, εγελάσθηκε η μωρά, οποία ματαιότης...

“Ευρώπη εγώ δε γίνουμαι, δεν είμαι δα αδερφάρα
να σταματώ στο πράσινο!” ηκούσθη μια φωνάρα
“και δεν θα πάψω να πατώ και εις τους πεζοδρόμους
και να παρκέρνω όπου βρω, χέζω τους τροχονόμους!!!”

Ο ποιητής ελούφαξε, ερούφηξε τον φρέδδον
και αύθις εθυμήθηκεν τον φίλο του Αλφρέδον
όστις με αγανάκτησην και ένθεην μανίαν
εκραύγαζε υψηλόφωνα “γ@μω την Γερμανίαν!
Στου Μνημονίου τον βωμό πάνε χαμένοι οι κόποι
μα φταίει κι΄η τρισκατάρατη, καταραμένη Ευρώπη!”

Ανόητη επισκέπτις...
Δεν εφαντάσθη μιαν στιγμήν
το πώς η Κρίσις,
μας έχει αλλοτριώσει
μα πως και πριν, ως βάρβαροι εφερόμασταν
κι΄εξακολούθει να πατάει το κουμπί...

Syndicate content