Οι δύο μπέμπες στο απέναντι μπαλκόνι κυττάνε τα παιδιά που παίζουν, καμμιά δεκαπενταριά πιτσιρίκια που τρέχουν ασταμάτητα, κυνηγιούνται και γελάνε πάνω-κάτω στον πεζόδρομο.
Ο πεζόδρομος της Γιωργάκη Ολυμπίου στο Κουκάκι.
Τα δέντρα του φτάνουν μέχρι και τους ψηλότερους ορόφους, ανοίγεις τη ματιά σου και για λίγο ξεγελιέσαι πως είσαι στην πλατεία κάποιου χωριού μακρυά απ΄την Αθήνα. Η γεύση του τσιμέντου δεν σβήνει, μόνον μαλακώνει για λίγο.
Τί θέλει ο άνθρωπος... Χώρο να μπορεί να κινείται, να ζει, να ελευθερώνεται για λίγο από τα δεσμά του κοινόχρηστου θηρίου, να αγγίζει από μακρυά μιάν αίσθηση που η πόλη έχει πνίξει στα στενά της πεζοδρόμια.
Τα ζάρια σκάνε μέσ’ στο τάβλι στο διπλανό τραπέζι και απ’ το γέλιο της κοπέλας που ακολουθεί καταλαβαίνω πως τον έχει στριμώξει τον νεαρό.
Από τον Λόφο του Φιλοπάππου κατεβαίνει ένα απαλό, δροσερό αεράκι, ίσα να μην ξεχνάμε πως το φθινόπωρο είναι εδώ κι’ απλώς κάνει μιά παραχώρηση στο καλοκαίρι, να το φιλοξενήσει για λίγο ακόμη, να καθυστερήσει το ελαφρύ κουβερτάκι, να δώσει μέρες στα κοντομάνικα.
Το υπερήλικο ζευγαράκι είναι στην θέση του.
Ξεφυλλίζουν με αργές κινήσεις τη εφημερίδα, συνομιλούν με γνωστούς στα διπλανά τραπέζια, σερβίρουν νερό απ΄την κανάτα, διασχίζουν τον χρόνο με άνεση, με μεγάλα βήματα σε αργή κίνηση .
Το ποδήλατο γέρνει στο δέντρο (ή μήπως το δέντρο ακουμπάει στο ποδήλατο...) και υπολογίζω πόσην απόσταση έκανα μέσα σε σαράντα λεπτά αφότου έφυγα απ΄το σπίτι. Απίστευτο... Με τα πόδια θα ήθελα δυόμιση ώρες ενώ με τ’ αυτοκίνητο είναι πρακτικώς αδύνατο.
Κλείνω τα μάτια για δευτερόλεπτα. Η βουή της Συγγρού φτάνει αδιάκοπα, στον πεζόδρομο εισβάλλουν οι Κυριακάτικοι αλαζόνες που πρέπει να παρκάρουν κάτω ακριβώς από το σπίτι τού παππού. Γαϊδούρια με SUV και νεανίζουσες τσιχλομασούσες συζύγους, ανίκανοι να κουβαλήσουν το παιδικό ποδηλατάκι έστω και για είκοσι μέτρα, πόσο μάλλον, το βαρύ κι’ ασήκωτο μυαλό τους.
Στη γωνία, Φαλήρου 92, είναι ένα από τα σημαντικότερα δείγματα πολυκατοικίας των πρώτων χρόνων του μεσοπολέμου. Παραπέρα το περιβολάκι, τα παγκάκια γεμάτα μετανάστες από ανατολικές χώρες που παίζουν σκάκι, ντάμα, χαρτιά. Τα παιδιά σκαλίζουν ένα στείρο χώμα, η βουή της Συγγρού ορθώνεται αγριωπή να ρουφήξει κάθε ίχνος ηρεμίας.
Αφήνω δυό γουλιές μπύρας στο ποτήρι, ανεβαίνω στην σέλλα, κυλάω στην Μεϊντάνη, στην Ευρώπης, σπρώχνω πίσω την παιδική μου ηλικία, ενηλικιώνομαι σε εκατό μέτρα μέσα και βουτάω ανάμεσα στις γκρίζες πολυκατοικίες.
μου δίνεις τα κίνητρα να αναλάβω τις απαραίτητες δουλίτσες αφού απόλαυσα το κείμενό σου
σας εύχομαι κάθε καλό
Μου αρέσει ο τρόπος που περιγράφεις κτίρια και γειτονιές , δημιουργώντας εικόνες όλο ζωή και χρώμα.
Να ξέρεις ότι ''μαθητεύω''στα κείμενά σου.
Οι δυο τελευταίες γραμμές είναι, για μένα, η καλύτερή σου στιγμή.