Λογοτεχνία

Λογοτεχνικά Κείμενα σχετικά με το ποδήλατο

Βιβλιογραφία


Hervé, Françoise. Ο γύρος του κόσμου με ποδήλατο / Φρανσουάζ Ερβέ , Κλοντ Ερβέ · μετάφραση Κώστας Κουρεμένος. - Αθήνα : Ύψιλον, 2002. - 296σ. · 24x17εκ.

Εξώφυλλο

Lowe, Marcia. Ποδήλατο : Όχημα για έναν μικρό πλανήτη
Μάρσια Λόου
μετάφραση Σύλλογος Φίλων του Ποδηλάτου
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Καβουλάκος
Αθήνα : Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1991. - 93σ. · 18x11εκ. - (Οικολογική Σκέψη · 5)
Περιέχει βιβλιογραφία
Κάποτε, όχι πολύ μακριά στο μέλλον, ο δείκτης της ανάπτυξης μιας χώρας θα μετριέται με τον αριθμό των ποδηλάτων που διαθέτει και το βαθμό χρήσης τους. Η σημερινή ιεραρχία της «ανάπτυξης», που στηρίζεται στον αριθμό των αυτοκινήτων, θα ανατραπεί. Το ποδήλατο και τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα κυριαρχήσουν σε πόλεις μικρότερων διαστάσεων, σε πόλεις πλησιέστερες στην ανθρώπινη κλίμακα.

ISBN 960-427-010-9 (Μαλακό εξώφυλλο) [Κυκλοφορεί]
€ 4,58

Illich, Ivan. Στο σοσιαλισμό φτάνεις μόνο με ποδήλατο / Ιβάν Ίλιτς · μετάφραση Βασίλης Τομανάς. - 1η έκδ. - Θεσσαλονίκη : Κατσάνος, 1989. - 93σ. · 21x12εκ. - (Δοκίμιο)
Περιέχει βιβλιογραφία
(Μαλακό εξώφυλλο) [Κυκλοφορεί]
€ 3,05

Milson, Fred. Ποδήλατο : Τεχνολογία, συντήρηση, επισκευή / Fred Milson · μετάφραση Πολύδωρος Σταυρόπουλος. - 3η έκδ. - Αθήνα : Ίων, 2000. - 176σ. · 28x22εκ.
ISBN 960-411-026-8 (Σκληρό εξώφυλλο) [Κυκλοφορεί]
€ 29,50


Taibo II, Paco Ignacio. Το ποδήλατο του Λεονάρντο / Paco Ignacio Taibo II · μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου. - Αθήνα : Άγρα, 1999. - 449σ. · 21x14εκ.
Τίτλος πρωτοτύπου: La bicicleta de Leonardo
ISBN 960-325-310-3 (Μαλακό εξώφυλλο) [Κυκλοφορεί]

€ 17,50

αέρας

αέρα,

παγομένο χειμωνιάτικο φιλί στο πρόσωπο της γης,

 σπρωξε το ποδήλατο της ζωής !

αέρα
παγωμένο χειμωνιάτικο φιλί της μάνας που δεν θα έρθει.
Κομμάτι πια του εαυτού μου.

 

το κλειδι

Μια εικόνα, μια στιγμή, τα όνειρά της ανθρωπότητας, 
Η ζωή ολόκληρη , 
 Μια προσδοκία, η ψυχή όλη, φυλαγμένα κοσμήματα σε ένα 
σε ένα κουτί. Κλειδωμένα με το δικό μου το κλειδί. 
Μπορείς να το ξεκλειδώσεις με το δικό σου κλειδί . 
Θα ταιριάξει αν μοιάζει με το δικό μου.

ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΟ ΠΟΥΛΙ

Αυτή η ιστορία με τα παρατσούκλια πάει πολύ μακριά, στα χρόνια του δημοτικού. Ο Θάνος έβγαζε ονόματα σε τύπους που συναντούσε και του έκαναν εντύπωση. Το όνομα ερχόταν  μόνο του, χωρίς προσπάθεια, χωρίς να βασανίσει το μυαλό. Κάποια ονόματα ήταν κοινά, μονολεκτικά. Ο ''Κίτσος'', ας πούμε, ένας γέρος από το καφενείο, με μεγάλες, βυσσινιές χάντρες στο κομπολόι του. Και η ''Μερέντα'' ένα στρουμπουλό κορίτσι από άλλη τάξη. Ο ''Αγριοδόντης'' -κι αυτόν στο προαύλιο τον συναντούσε- ένα αγόρι με γουρλωτά μάτια και παράξενα δόντια.

Internal Monologue /πρωινό στο Χαλάνδρι

''Άραγε το βιβλιο θα είναι καλύτερο από την ταινία;'' αναρωτήθηκε, σφίγγοντας στην αγκαλιά της τη χάρτινη τσάντα του βιβλιοπωλείου. Βιαζόταν να βρεθεί στο σπίτι, να το ξεκινήσει, με τη λαχτάρα του βουλιμικού να βρεθεί μόνος με τη σοκολατίνα που κρατάει στο κουτάκι.

Μαθήματα Αγγλικών

Κι ενω το καλοκαίρι τσούλαγε προς το τέλος χωρίς κάτι να διαταράσσει την απραξία του, ήταν μόλις χτες που πήρα ένα ευγενικό e-μεηλ το οποίο έγραφε: “So sorry about my whining but a great big "thank you" for your understanding and the moral support. Take care and don't get caught whatever you do”.

Ποτέ δεν τα πήγα καλα με τα μεγάλα λόγια, ειδικά τα μεγάλα και βαριά "ευχαριστω", "παρακαλώ" και τα ρέστα, ήταν που έψαχνα και μια ευκαιρία οπότε πήρα το θαρρος να ξεσκονίσω τ' αγγλικά μου κι απάντησα:

Η ΜΥΤΗ ΤΗΣ ΕΞΑΔΕΛΦΗΣ ΤΗΣ

Η Μαρία είχε απορροφηθεί να κοιτάζει την μύτη της εξαδέλφης της από την Γαλλία. Η μύτη έμοιαζε με διακόπτη ρεύματος, τόσο μικρή ήταν. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως  αν την πάταγε, τότε το κεφάλι της ξαδέρφης της θα φωτίζονταν σαν την υδρόγειο που αφήνει το βράδυ αναμμένη στο δωμάτιό της. Δεν φοβάται το σκοτάδι. Όχι. Αλλά, της αρέσει πολύ να αποκοιμιέται κοιτάζοντας την υδρόγειο. Με έναν μαγικό τρόπο μόλις πατήσεις τον διακόπτη εξαφανίζονται όλα τα σύνορα απ΄όλες τις χώρες και μπορείς τότε να δεις βουνά, θάλασσες, ερήμους, πεδιάδες.

Στα Φανάρια

     Στις Στήλες του Ολυμπίου Διός, της είχε πει πως θα είναι. Στους Στύλους, πιο σωστά, όπως είχε ακούσει σε κάποιο πανεπιστημιακό μάθημα. Απόψε, όμως, το τελευταίο που απασχολούσε τη Σόνια ήταν η ορθή χρήση της γλώσσας.

    Θα κατέβαινε στο Κέντρο για την έκθεση ζωγραφικής του συναδέλφου από το σχολείο. Μετά, θα βρίσκονταν για ένα ποτό με τις δασκάλες εκεί κοντά στην γκαλερί. Ευκαιρία να δει την Αριάδνη.

Sarah and Judy

Το λεωφορείο αργεί το μεσημέρι. Η Σοφία, η δασκάλα, πάντα στην ώρα της στη στάση. Μία και μισή. Τρέχοντας έρχεται, μη χάσει το δρομολόγιο των δύο παρά είκοσι.

Το Δαχτυλίδι

Ένα σωρό σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της καθώς επέστρεφε σπίτι από τα ψώνια. Πρόσωπα και εικόνες εναλλάσσονταν γοργά, σαν τα τοπία από το παράθυρο του τραίνου.

Δάκρυσσα και Ήφαιστος

απ' όσα φιλιά σου 'χω δοσμένα
μισό Καιρό θα στείλω να τα πάρει πίσω
αυτόν με το δασύ μουστάκι που κρύβει το δακρυσμένο πανωχείλι
μη και φανεί η χρεία
πως μια ανάστροφή του το σκουπίζει
 
θα στείλω και τη Δάκρυσσα
εκείνη τη γυναίκα με τις πικρές παντούφλες
τις βγάζει στην καλοκαιριά
τις σέρνει στην κακοκαιριά
 
κι απ΄το ρομπί της το μεσοφόρι
λερωμένο χάσκει προδοτικά

Η Φωλιά

Πρώτη εφημερία μετά τις διακοπές του Πάσχα. Τα παιδάκια γιορτάζουν την άνοιξη τρέχοντας, φορώντας πρώιμα κοντομάνικα, ανεμίζοντας σακουλάκια στο ελαφρό αεράκι, εν είδει χαρταετού. Η Σόνια παρακολουθεί την κίνηση στο προαύλιο μ ένα χαμόγελο εσωτερικό, τυλιγμένη ακόμα στο πανωφόρι του χειμώνα.
Αγόρια και κορίτσια με αρθρώσεις από λάστιχο τρέχουν πέρα- δώθε στην αυλή, μασουλώντας το περίσσευμα της αγάπης της μαμάς. Σαν ξύλινος άνθρωπος ντυμένος νιώθει η Σόνια μέσα στο μπουφάν, με τους πόνους της αρθρίτιδας να κάνουν κάθε κίνησή της αδέξια και διστακτική.

Η Κυρά Μνημοσύνη.

Ο Ουρανός κι η Γη...γνωρίστηκαν πάνω στη φούρια της νιότης τους...ήσαν κι οι δυό πολύ σπουδαίοι και όμορφοι, άγριοι μα και μελένιοι...αγαπήθηκαν τόσο βαθιά που γέννησαν Τιτάνες...παιδιά πολλά ήσαν αυτά...ολόκληρη κοινωνία απ’ αυτά...ανάμεσώ τους η κυρά Μνημοσύνη...τελευταία έρχεται συχνά πυκνά στο κατώφλι μου...χτυπά το ρόπτρο της θύρας μου...κι εγώ καμώνομαι πως είμαι βαθιά στο σπίτι και δεν ακούω...άλλες φορές τρέχω βαθιά μέσα στο σπίτι, άλλες κολλάω τ’ αυτί μου στο ξύλο της πόρτας και αφήνομαι να ριγώ σ’ αυτά τα κρούσματα...δεν τολμώ να κοιτάξω όμως έξω...δεν ξέρω την τιτάνια μορφή της..

χορέψτε λοιπόν βροντερά!

είναι η θάλασσα έρημος
και θάλασσα η έρημος είναι
χρυσάφι γαλανό όπου κι αν δεις
κλαίνε τα μάτια μου
το θέρος των κυματισμών τους

τα πόδια μου
στις άμμους τις υγρές
προς τους βυθούς τoυς
χάσματα βυθίζουν
σκεπάζω τα βλέφαρα
με φύκια ηλιοκαμμένα

σ' αλλαλαγμούς
οι πόρτες των βυθών
ποτέ δεν άνοιξαν
μόνο σε δυνατά ποδοπατήματα

χορέψτε λοιπόν
βροντερά

...ατέρμονη διαδικασία...

...προσμετρώντας την αντοχή ως τα όρια...είναι ανυπολόγιστη...
...υπολογίζοντας την απόσταση ως τα άκρα...είναι απροσμέτρητη...
...τα όριά μου...τα όριά σου...
...τα άκρα μου...τα άκρα σου...
...έμοιαζαν με παράλληλες προς την ίδια κατεύθυνση...
...το Ευκλείδιο θεώρημα
...δίχως τα επακόλουθά του
...η δυναμικές του απείρου
...ενώνουν όσα αδύνατον να ενωθούν
...σε μια διαδικασία δίχως τέλος...
...ατέρμονη διαδικασία...
...ατέρμονη διαδικασία...
...ατέρμονη διαδικασία...

Τα μεσοπέλαγα

I
ένα φύλλο ξέθωρο,
του Φθινοπώρου φύλλο,
ήρθε κι έκατσε στα ξάρτια μου ...

έτσι μου μήνυσε η στεριά
πίσω απ’ τα δυσθεόρατα κύματα
ενός βωβού νοτιά...

II
αγάπησα ένα χελιδόνι...
εκείνον τον μέλανα δρόμωνα
που ξαποσταίνει
μόνο στης θάλασσας
τον ανεμόδαρτο αφρό
και με κρατά
πια τόσα χρόνια
σκληρά σφαλισμένη
μεσ’ στις υγρές
και σκότεινες φτερούγες του

III
θ’αλείψω το κορμί μου με έλαια βαριά
θα γλυστρήσω στο νερό μέσα στην παγωνιά
αγκαλιά μ’ ένα δελφίνι θα διαπλεύσω
κάθε μίλι τρυφερό για να σε διώξω
κάθε μίλι σκληρό για να σε βρω

October People

I see people,
broken people,
talking to themselves.

I see people,
faded, downcast,
dressed in grey.
October people
in dusty streets.

θα μείνω στην πόλη...

θα μείνω στην πόλη,
στην καρδιά της,
με τα μαγαζιά και τις μαρκίζες τις σβηστές,
τις βιτρίνες που φτηναίνουν όσο πάει,
τους τοίχους που ξαλάφρωσαν στομάχια
και ουροδόχες κύστεις
απ’ τα φτηνά ποτά...
και τις γυναίκες που αφήνονται
δοχεία
σε δυσανορεχτικά χέρια και πέη...
στην πόλη
που μια δίψα ακόρεστη για όλα
αναμοχλεύει τα κράσπεδά της...
θα μπαίνω στα τρένα της
με τους ζητιάνους
που φωνάζουν βαρετές ιστορίες
μιας ψεύτικης τραγικότητας...
στα λεωφορεία θα μπαίνω
που σμίγουν ιδρώτες
μιας κουρασμένης μυικής σύσπασης επί ματαίω...
θα μείνω εκεί

διάβασα ένα παράξενο...

...αλλά ταυτόχρονα γοητευτικό βιβλίο,
''Αριθμός 11'' του Άγγλου Jonathan Coe.
Έξυπνο δέσιμο των επιμέρους ιστοριών και προσώπων μεταξύ τους,
ενδιαφέρουσα γραφή, πολιτικός σχολιασμός της σημερινής Αγγλίας,
και ..ολίγον από γνήσιο εγγλέζικο gothic στοιχείο.
Έτυχε να το διαβάσει κάποιος, να ανταλλάξουμε σκέψεις και εντυπώσεις;

"Τα λέμε μάγκες..." Αλάνα ποίηση

Έγραψα ένα ποιηματάκι εμπνευσμένο από την πηγαία μαγκιά και την όρεξη που έχουν οι πιτσιρικάδες να εκφράζουν την καύλα τους με στοίχους, τραγούδια, ατάκες. Την ονομάζω Αλάνα ποίηση. Ελπίζω ότι ειναι πιο άμεση και λιγότερη δήθεν.

ΤΑ ΛΕΜΕ ΜΑΓΚΕΣ

Το ποδήλατό μου είναι πολύ σένιο
και ρολάρει τέλεια.
ο αέρας μου μπλέκει τα μαλλιά όπως κατεβαίνω τη κατηφόρα
και η ζωή μου φαίνεται και πάλι να αποκτά νόημα

Τα στροφιλίκια τα γουσταρω πολύ
γιατί τα κολίδια που ρίχνω εκεί δεν παίζονται
Ειδικά στα μεγάλα κατηφόρια
νοιώθω τα μάτια μου να δακρύζουν απο συγκίνηση

Comic (graphic novel) για την ασφαλεια του ποδηλατου

Αριάδνη

''Το τελευταίο που θα θελα είναι να νυχτωθώ εδώ κάτω'', σκέφτηκε η Σόνια, καθώς σκοτείνιαζε και το τοπίο άλλαζε σιγά σιγά. Οι πιο βραδινές φυλές των Εξαρχείων έκαναν την εμφάνισή τους. Είχε διαλέξει ένα φωτεινό σημείο, ένα μπαράκι γωνία Βαλτετσίου και Χαριλάου Τρικούπη. Μόλις ήρθε η μπύρα έβγαλε το βιβλίο της. Τα πατατάκια τα φύλαγε για την Αριάδνη, που ήταν συνέχεια πεινασμένη, ο επιούσιος καθόλου αυτονόητος για εκείνη.

ποδηλάτης

Είμαι ποδηλάτης σένιος είμαι casual κι ωραίος
είμαι θηλυκιά γατούλα είμαι lady είμαι τσούλα

είμαι μαύρος είμαι αλάνι είμαι κότα είμαι τσογλάνι
είμαι αγνή είμαι μοιραία είμαι μόνη με παρέα

είμαι του πεζοδρομίου είμαι κάτοχος πτυχίου
είμαι κόρη είμαι μάνα είμαι υπάλληλος στο ΖARA

είμαι ελεύθερος πολίτης είμαι μέσα στο βρακί της

φάσμα*

κάθε που θα σου πω μισή λέξη
γιατί την άλλη μισή θα την αφήσω να χαθεί
ένα μειδίαμα διαβάζω στο θολό μυαλό σου
εσύ που χάνεσαι και κοκκαλώνεις με μάτια κέρινα στο βάθος ξεχυμένα
τα πράγματα ποτέ δεν ήρθαν στο δέμα τυλιγμένα
ο ίσκιος τους ήταν κάτω απ’ το δέμα
ο αγγελιαφόρος που το’φερε
ήπιε αργά το νερό να ξεδιψάσει
κι έφυγε βιαστικός
δεν ήθελε κουβέντες
δεν έμαθα ποιός και πού το έστειλε το δέμα
με τις λέξεις τις μισερές
νύχτα η ώρα...
θυμήσου το άλλο μισό των λέξεων...
πες το μου...
τώρα...
ψιθύριζε επίμονα το δέμα με το στρατσόχαρτο τσαλακωμένο

The Tree I Planted

The tree I planted
was uprooted
and thrown away-
Gone dry in the dustbin,
most probably mourning
the little green figs
to be rejoiced
this coming spring.

A short-lived life,
stopped so soon,
in the darkness
of the dustbin.

Ο αυτόχειρας

Κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Τσέκαρε το πόμολο. Δυο φορές. Έβγαλε τα παπούτσια του, το παλτό του, άφησε κάτω την τσάντα του, τα κλειδιά στο τραπεζάκι. Άνοιξε το ψυγείο, πήρε ένα μπουκάλι νερό. Ήπιε. Αχόρταγα. Λες και μέσα του κουβαλούσε κάποια αβάσταχτη έρημο. Έκατσε στον καναπέ.

Αυτοκτόνησε ανοίγοντας την τηλεόραση.

Η Κυριακή μιας Δεύτερης...

Της Κυριακής.

Μικρή μου Κυριακή
Κυρία Κυριακή
Μικροπαντρεμένη με έναν στριφνό ταξιδευτή
Μονάχη Κυριακή
Πόσα μεσημέρια δειλινεύεις τον χειμώνα
Αμέτρητα μου μοιάζουν
Δεν θέλω το σούρουπό σου
Παρά όταν αυτό Αυγή θα γίνει της Δευτέρας…

Γλυκιά Δευτέρα μέρα της γέννας που με έβγαλε στο Φως
Κάθε Δευτέρα γεννιέμαι ξανά και ξανά…
Την Κυριακή η κοιλιά που με περιβάλλει γιομίζει πόνο και χειμαρρώδη υγρά
Εκεί κάπου τα μεσάνυχτα ανάμεσα Κυριακή και Δευτέρα…ξεχύνονται…

ο κύριος Ο.Υ.Κ.

Τα κλισέ απαγορεύονται στη λογοτεχνία, όπως η φράση ''παράλληλο σύμπαν''. Σ ένα τέτοιο σύμπαν, ωστόσο, θα ήθελα να έχω δικές μου τρεις ώρες. Τουλάχιστον. Να γράψω για τους συνεπιβάτες. Τους ανθρώπους του λεωφορείου.
Εδώ και αρκετούς μήνες τους παρατηρώ. Τυχαίνει κάποτε να κάθομαι δίπλα σ έναν από αυτούς που θεωρώ ιδιαίτερους.

Το ξόδι

Οι ανθρώποι χωρίζουνται κατά πως βγάνουν το ψωμί τους.

Άλλοι δουλεύουν το χώμα, άλλοι τη θάλασσα, άλλοι στραγγίζουν τον ουρανό. Άλλοι ματώνουν τα χέρια τους παλεύοντας με την πέτρα, με την άμμο, με τη σκουριά, άλλοι μαστορεύουν τον χαλκό, τον χρυσό, το ασήμι, άλλοι λερώνουνται με τα αλεύρια, τα λάδια, τις ζάχαρες και τα μέλια, κι άλλοι χαλνάν τη μέση τους και τα μεριά τους κουβαλώντας τους πόθους των αλλωνώνε.

Χριστούγεννα

Ανασκάλεψε τις φλόγες με τη μασιά κι έβαλε ακόμα ένα κούτσουρο στη φωτιά. Ύστερα ξανάβαλε πάνω τη μεγάλη κατσαρόλα. Άνοιξε το καπάκι και με μια κουτάλα ανακάτεψε το αχνιστό περιεχόμενο. Την ξανασκέπασε, τράβηξε κοντά στη σόμπα την καρέκλα του κι έχυσε λίγο κρασί στο ποτήρι του. Το κατέβασε με γεμάτες γουλιές κι έβγαλε να ανάψει τσιγάρο. Ξάφνου αφουγκράστηκε στο μακρινό βάθος. Πνιχτές φωνές. Όπως κάθε βράδυ. Μήνες τώρα. Έτσι και σήμερα. Ένα δάκρυ κύλησε στο σκαμμένο του πρόσωπο. Σήκωσε το βλέμμα για να αντικρύσει μια φωτογραφία στον απέναντι τοίχο.