Εναλλακτική ενέργεια: Διάτρητο περιβαλλοντικό άλλοθι

του Βασίλη Παπακριβόπουλου
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Γαλέρα

Ακόµα και αν το σύνολο της γεωργικής γης αφιερωθεί στην παραγωγή
βιοκαυσίµων, οι ενεργειακές ανάγκες του πλανήτη δεν θα καλυφθούν ούτε κατά 40%!

Τον τελευταίο καιρό ακούγονται πολλά για τη «θαυµατουργή» λύση που µπορούν να προσφέρουν τα βιοκαύσιµα και η «πράσινη ενέργεια» στην ανθρωπότητα που απειλείται από το φάσµα τής εξάντλησης του πετρελαίου και της υπερθέρµανσης του κλίµατος.

Πράγµατι, το αραφινάριστο σπορέλαιο που παράγεται από διάφορους ελαιούχους σπόρους [ηλιόσπορο, σόγια, ελαιοκράµβη (κόλζα), κλπ] µπορεί να υποκαταστήσει το πετρέλαιο ντίζελ χωρίς καµία µετατροπή στους κινητήρες, ενώ οι εκποµπές ρύπων αντιστοιχούν µόλις στο 1/5 του ντίζελ. Πολύ καλές επιδόσεις παρουσιάζει επίσης και σε µείγµατα µε το συµβατικό ντίζελ σε διάφορες αναλογίες. Όσο για τη βενζίνη, µπορεί να υποκατασταθεί από τη βιοαιθανόλη που παράγεται από φυτά που περιέχουν σάκχαρα (ζαχαροκάλαµο, ζαχαρότευτλα) ή άµυλο (σιτάρι), είτε ολοκληρωτικά (οπότε και απαιτούνται µετατροπές στον κινητήρα), είτε σε µείγµατα σε ποσοστό έως και 25% (όπως γίνεται στην Βραζιλία). Επιπλέον, οι ποσότητες άνθρακα που εκλύονται στην ατµόσφαιρα κατά την καύση έχουν σε προηγούµενο στάδιο αφαιρεθεί από τον ατµοσφαιρικό αέρα µέσα από τη διαδικασία τής φωτοσύνθεσης των φυτών. Συνεπώς, σε τελική ανάλυση, τα βιοκαύσιµα προκαλούν µηδενική ατµοσφαιρική ρύπανση.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σχεδιάσει την υποκατάσταση των συµβατικών υγρών καυσίµων από βιοκαύσιµα κατά 6% µέχρι το 2010 και κατά 20% µέχρι το 2020, ενώ, παράλληλα, έχει αποφασίσει την παροχή επιπλέον επιδοτήσεων στις καλλιέργειες που προορίζονται για την παραγωγή τους και τη µείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης.

Όµως, καθώς ελάχιστα πράγµατα σε αυτόν τον κόσµο είναι τέλεια, αυτό το θαυµατουργό προϊόν έχει ένα «µικρό» ελάττωµα: δεν µπορεί να αποτελέσει λύση τού προβλήµατος! Ούτε καν µερική. Πράγµατι, για να επιτευχθεί ο στόχος τής υποκατάστασης του 20% των καυσίµων, η Γαλλία, η µεγαλύτερη γεωργική δύναµη της ΕΕ, θα έπρεπε να διαθέσει γι’ αυτόν τον σκοπό το 30% της συνολικής έκτασης της γεωργικής γης της (1), ενώ η Μεγάλη Βρετανία θα έπρεπε να διαθέσει το σύνολό της (2)! Μάλιστα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ολόκληρη η διαθέσιµη γεωργική γη δεν θα επαρκούσε για την επίτευξη αυτού τού όχι και τόσο φιλόδοξου στόχου.

Σε παγκόσµιο, δε, επίπεδο, ακόµα και στην υποθετική περίπτωση που θα επιλέγαµε την λύση τής απόλυτης κι ισοβίου δίαιτας και θα αφιερώναµε το σύνολο της γεωργικής γης στην παραγωγή βιοκαυσίµων, θα κατορθώναµε να καλύψουµε µονάχα το 40% των αναγκών µας σε πετρέλαιο. Φυσικά, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν µπορεί να γίνεται καν λόγος για πέρασµα από το 20% σε αισθητά µεγαλύτερα ποσοστά και, πόσω µάλλον, στο 100%, ακόµα και µονάχα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επιπλέον, η επίλυση αυτού του προβλήµατος θα δηµιουργήσει πλήθος άλλων προβληµάτων. Η µαζική παραγωγή αυτών των τεράστιων ποσοτήτων αγροτικών προϊόντων µπορεί να γίνει µονάχα µέσα από βιοµηχανικού χαρακτήρα µονοκαλλιέργειες µεγάλης κλίµακας, µε µεγάλες απαιτήσεις για άρδευση και µαζική χρήση λιπασµάτων και φυτοφαρµάκων. Αυτό θα δηµιουργούσε σηµαντικά προβλήµατα στο περιβάλλον, στην ποιότητα των υδάτων και θα εγκυµονούσε κινδύνους για τη δηµόσια υγεία. Ενδεχοµένως δε, θα αποτελέσει και πρόσχηµα για την προώθηση των γενετικά τροποποιηµένων οργανισµών που µπορούν να αντέξουν στα ολοένα τοξικότερα φυτοφάρµακα που καλούνται να αντιµετωπίσουν τον φαύλο κύκλο τής προσαρµογής των παρασίτων και των εντόµων στα δηλητήρια.

Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι αυτό το γεωργικό µοντέλο απαιτεί τη χρησιµοποίηση µεγάλων ποσοτήτων καυσίµων και ενέργειας, τόσο για την παραγωγή των λιπασµάτων και των φυτοφαρµάκων, όσο και για την άρδευση και την κίνηση των γεωργικών µηχανηµάτων. Στις Ηνωµένες Πολιτείες, οι οποίες διαθέτουν την πλέον βιοµηχανοποιηµένη γεωργία, ο κλάδος τής γεωργίας αντιπροσωπεύει ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό τής εθνικής κατανάλωσης ενέργειας.

Βέβαια, οι τεχνοκράτες τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν είναι ηλίθιοι. Στο µυαλό τους –πέρα από την υποστήριξη και την διαιώνιση του υφιστάµενου ευρωπαϊκού µοντέλου τής υπερεντατικής γεωργίας που απειλείται σήµερα µε αδιέξοδο– έχουν την απόκτηση ενός περιβαλλοντικού άλλοθι µε την προσφυγή σε µαζικές εισαγωγές βιοκαυσίµων από τις αναπτυσσόµενες χώρες. Έτσι, η Ευρώπη θα ωφεληθεί από όλα τα περιβαλλοντικά πλεονεκτήµατα αυτού τού καυσίµου, ενώ ο Τρίτος Κόσµος θα πληρώσει ολόκληρο το περιβαλλοντικό κόστος.

Ήδη, η Βραζιλία έχει µετατραπεί σε γίγαντα των βιοκαυσίµων. Το ένα στα τρία βενζινοκίνητα οχήµατα που κυκλοφορούν στην χώρα έχει τη δυνατότητα να καίει βιοαιθανόλη, ενώ τα βιοκαύσιµα αποτελούν το 40% των υγρών καυσίµων που καταναλώνονται. Παράλληλα, η Βραζιλία πραγµατοποιεί και σηµαντικές εξαγωγές και έχει ήδη υπογράψει σηµαντικές συµφωνίες µε τη Γερµανία. Καθώς δε, η τιµή τής ζάχαρης έχει σηµειώσει µεγάλη πτώση τα τελευταία χρόνια, το 67% της παραγωγής ζαχαροκάλαµου της χώρας χρησιµοποιείται για την παραγωγή βιοκαυσίµου.

Όµως, ορισµένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όπως η Rainforest Foundation και οι Φίλοι τής Γης, εκφράζουν την ανησυχία τους για τη σχέση ανάµεσα στην αύξηση της ζήτησης για βιοκαύσιµα και στην εντεινόµενη καταστροφή του τροπικού δάσους του Αµαζονίου. Πράγµατι, στις αποψιλωµένες εκτάσεις, όταν δεν δηµιουργούνται βοσκότοποι αφιερωµένοι στην εξαγωγική βιοµηχανία βοδινού κρέατος, δηµιουργούνται απέραντα τσιφλίκια όπου καλλιεργείται γενετικά τροποποιηµένη σόγια.

Πιθανότατα, το ίδιο σενάριο θα επαναληφθεί και σε πολλές άλλες χώρες. Εξάλλου, δεν είναι διόλου απίθανο να προορίζεται για παραγωγή βιοκαυσίµων η κολοσσιαία κινεζική επένδυση στην Ινδονησία: στη νήσο Βόρνεο θα αποψιλωθούν 18 εκατοµµύρια στρέµµατα τροπικού δάσους για τη δηµιουργία τής µεγαλύτερης φυτείας στον κόσµο όπου θα παράγεται φοινικέλαιο το οποίο θα εξάγεται στην Κίνα.

Σε κάθε περίπτωση, εκτός από την περιβαλλοντική υποβάθµιση, µέσα σε µια απελευθερωµένη και απόλυτα απορυθµισµένη παγκόσµια αγορά, δεν είναι καθόλου απίθανο να στραφεί µεγάλο µέρος τής παγκόσµιας γεωργίας στην παραγωγή βιοκαυσίµου, µε αποτέλεσµα να δηµιουργηθούν προβλήµατα στην διατροφική ασφάλεια πολλών πληθυσµών. Γιατί, ο κάτοχος ενός Ι.Χ. αυτοκινήτου στη Δύση µπορεί σίγουρα να προσφέρει πολύ καλύτερη τιµή από έναν πεινασµένο κάτοικο του Τρίτου Κόσµου. Εξάλλου, κάτι ανάλογο έχει ήδη συµβεί µέχρι σήµερα: παρά την τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας τις τελευταίες δεκαετίες, µεγάλο µέρος της παραγωγής σιτηρών διατέθηκε για τον πενταπλασιασµό των εκτρεφόµενων ζώων (για την παραγωγή ενός κιλού βοδινού ή χοιρινού απαιτούνται αντίστοιχα 7 ή 4 κιλά δηµητριακών), τη στιγµή που 800 εκατοµµύρια άτοµα υποφέρουν από υποσιτισµό.

Σε τελική ανάλυση, η µοναδική λύση για να αντιµετωπιστεί το διπλό πρόβληµα της εξάντλησης του πετρελαίου και της κλιµατικής αλλαγής συνίσταται στην ριζική αναθεώρηση του τρόπου ζωής µας, στην εξοικονόµηση ενέργειας, στην εκτεταµένη ανάπτυξη των ανανεώσιµων µορφών ενέργειας και στην προσπάθεια για την «επανατοπικοποίηση» (1) της οικονοµίας που δίνει προτεραιότητα στην µικρότερη κλίµακα της παραγωγής και στην εγγύτητα παραγωγού-καταναλωτή.

Όσο για τα βιοκαύσιµα, αποτελούν όντως ένα θαυµατουργό υγρό καύσιµο όταν παράγονται από υποπροϊόντα ή απόβλητα της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, τα οποία αλλιώτικα θα έµεναν αναξιοποίητα ή και θα επιβάρυναν το περιβάλλον. Αυτά τα καύσιµα θα µπορούσαν πράγµατι να συµβάλλουν στον περιορισµό τής έντονης ατµοσφαιρικής ρύπανσης των µεγάλων πόλεων. Εξίσου πολύτιµη είναι και κάθε άλλη µορφή ενέργειας που παράγεται από την βιοµάζα (υπολείµµατα της ξυλουργικής βιοµηχανίας, της διαχείρισης δασών και αστικών χώρων πρασίνου, αειφορικά καλλιεργούµενη ξυλεία, κλπ) (3) ή από το βιοαέριο (από χωµατερές ή βιολογικούς καθαρισµούς), υπό τον όρο ότι θα πρυτανεύει πάντα η οικολογική προοπτική.

1. L’Ecologiste, no18, Μάρτιος 2006, «Manger ou rouler, il faut choisir», κείµενο από το µεγάλο αφιέρωµα του περιοδικού στην «επανατοπικοποίηση» (relocalisation) της οικονοµίας.
2. Le Courrier International, no764, 23 Ιουνίου, αφιέρωµα στο «τέλος του πετρελαίου», µε αναδηµοσίευση κειµένων των The Guardian, The New York Times, Panorama,και Rolling Stone.
3. Δαίµων της Οικολογίας, τ. 60, Μάιος 2006, Β. Παπακριβόπουλος, «Ενέργεια από το δάσος».

Αξιολόγηση: 
0
Η αξιολόγηση σας: Κανένα
0
0 ψήφοι
wp