Μια απίστευτη ιστορία

Τις προάλλες με πήρε ο φίλος μου ο Αντερέας τηλέφωνο και με λύπη, μου ανακοίνωσε την κλοπή του ποδηλάτου του.

Το ποδήλατο αυτό δεν ήταν κάποιο ακριβό ποδήλατο, ένα παλιό ατσαλάκι ήταν (στη γλώσσα των ποδηλατών είναι το ποδήλατο κατασκευασμένο από ατσάλι κι όχι από αλουμίνιο), αλλά με αυτό έκανε τις δουλειές του, πήγαινε βόλτες και γενικά επειδή το είχε χρόνια το είχε αγαπήσει όπως αγαπάμε όλοι τα ποδήλατά μας από τα μικράτα μας χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο.

Τη συγκεκριμένη μέρα που έλαβε χώρα το γεγονός το είχε φορτώσει και με τις τσάντες επειδή είχε να μεταφέρει και μερικά πραγματάκια. Έβαλε μέσα και το πέταλο με το οποίο το κλείδωνε, έβαλε ένα σκούφο που τον είχε κάνει δώρο μία φίλη (πιθανόν να τον είχε πλέξει και με τα χεράκια της) επειδή εκείνη η ημέρα ήταν λίγο κρύα και ένα αδιάβροχο για την περίπτωση βροχής. Σταμάτησε λοιπόν σε ένα μαγαζί να πάρει κάτι και άφησε το ποδήλατο σε απόσταση βολής. "Το 'χω" σκέφτηκε και δεν έβγαλε το πέταλο να το κλειδώσει. Του έριχνε και κάποιες κλεφτές ματιές μία εκ των οποίων δε βρήκε στόχο. Στη θέση του ποδηλάτου στεκόταν πεισματικά η κολόνα που το είχε ακουμπήσει χωρίς ίχνος ποδηλάτου επάνω της.

Δεν μπορεί σκέφτηκε κάποια άθλια φάρσα μου κάνουν τα ματάκια μου. Όμως το ποδήλατο εκείνη τη στιγμή έδινε χαρά στα σκέλια του επίδοξου νέου ιδιοκτήτη που παρά την έλλειψη κυριότητας (όπως λένε και οι δικηγόροι) αποφάσισε να έχει τη νομή και την κατοχή αυτού του ποδηλάτου για να πηγαίνει πιο γρήγορα και πιο χαρούμενα εκεί που ήθελε να πάει, αφήνοντας τον παλαιό ιδιοκτήτη με ένα ανεκπλήρωτο κενό και μία απορία που του είχε δημιουργήσει η ταχύτητα με την οποία το ποδηλατάκι του έκανε φτερά. Βγαίνοντας τρέχοντας από το μαγαζί αντίκρισε τον κόσμο εξίσου ίδιο κι απαράλλακτο όπως τον είχε αφήσει μπαίνοντας στο μαγαζί. Τίποτε δεν είχε αλλάξει. Ούτε καν τον νέο κάτοχο του ποδηλάτου του δεν μπόρεσε να εντοπίσει.

Αφού πέρασε η ώρα και συμφιλιώθηκε με την ιδέα ότι δεν θα έχει πια το αγαπημένο του ποδήλατο, κατηφόρισε για τη δουλειά που είχε να κάνει, με σημαντικά πιο πεσμένο ηθικό και με τη φράση "δε γ@μιέται" να του κάνει όλο και πιο πολύ παρέα για να μην τα πάρει χειρότερα στο κρανίο και πλακώσει κανένα περαστικό που δεν του έφταιγε και τίποτε στο κάτω κάτω.

---------------------------------------------------------------------------------

Η Μαρία ξύπνησε εκείνο το πρωί με μια νύστα που δεν περιγράφεται. Την προηγούμενη μέρα είχε πάει με κάτι φίλους και τα πίνανε στο "παγκάκι". Αν δεν ήταν και αυτή η σκύλα η προϊσταμένη της δεν θα σηκωνόταν καθόλου από το κρεβάτι.

Σηκώθηκε έφτιαξε καφέ και άναψε το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Κωλοσυνήθεια, κάποτε θα τη σταμάταγε, αλλά εκείνη τη στιγμή παρέα με το ζεστό καφέ ήταν ότι έπρεπε. Έκανε ένα μπάνιο, ντύθηκε και ξεκίνησε για τη δουλειά.

Η διαδρομή προς τη δουλειά το ίδιο μονότονη και βαρετή όπως πάντα, τα ίδια μαγαζιά, οι ίδιοι δρόμοι εκτός ..............εκτός.....................εκτός από το σκούφο που είχε χαρίσει στον Αντερέα και αυτή τη στιγμή τον έβλεπε να περνάει μπροστά από τα μάτια της, καλύπτοντας ένα κεφάλι το οποίο δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Δεν είναι δυνατόν σκέφτεται. Το σκούφο αυτόν δεν θα τον έδινε με τίποτε ο Αντερέας σε κάποιο ξένο. Το βλέμμα της κατηφόρισε και είδε ότι ανάμεσα στα πόδια του κατόχου του σκούφου της υπήρχε ένα ποδήλατο που κάτι της θύμιζε. Δεν γίνεται, όνειρο ζω, ξυπνήστε με σκέφτηκε. Ο σκούφος μου με το ποδήλατο του Αντερέα να τα κυκλοφορεί κάποιος άλλος.

Η Μαρία δεν το πολυσκέφτηκε, μαζεύει όσο θάρρος είχε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής της και πάει στον τύπο που καβάλαγε το ποδήλατο του Αντερέα και φορούσε το σκούφο της, τον πιάνει από το πέτο και του λέει: Φιλαράκο το ποδήλατο που καβαλάς και ο σκούφος που φοράς είναι κλεμμένα. Κατέβα αμέσως κάτω γιατί φωνάζω τους μπάτσους.

Ο άνθρωπος πρέπει να διάβασε στο βλέμμα της ότι αν έρχονταν μπάτσοι, θα ήταν για να τον γλυτώσουν από τα χέρια της και χωρίς να χάσει ευκαιρία έγινε καπνός και Χουντίνι μαζί. Εξαϋλώθηκε από μπροστά της σε χρόνο d-t αφήνοντας στα χέρια της Μαρίας ποδήλατο και σκούφο.

Στη συνέχεια η Μαρία πήρε τηλέφωνο τον Αντερέα και τον ενημέρωσε για τα καθέκαστα. Ο Αντερέας μόνο που δεν διοργάνωσε πάρτι με ελεύθερη είσοδο στο Παναθηναϊκό στάδιο. Το μόνο που έλειπε πάνω από το ποδήλατο ήταν οι τσάντες, αλλά με λίγη καλή τύχη θα τις έβρισκε κι αυτές στο παζάρι που θα τις είχαν βγάλει για πούλημα.

Υ.Γ. Η ιστορία που μόλις διαβάσατε είναι αληθινή και εκτυλίχθηκε λίγες μέρες πριν. Τα ονόματα μπορεί να διαφέρουν λίγο.........έως πολύ.

tkant.wordpress.com

Categories: 
Αξιολόγηση: 
0
Η αξιολόγηση σας: Κανένα
0
0 ψήφοι
tsovas
Εικόνα tsovas
Απών/απούσα

Ωραία ιστορία και ωραία αφήγηση.

Μακάρι όλοι όσοι "χάνουν" τα ποδήλατα τους να έχουν τέτοιο happy end.

scrabler
Εικόνα scrabler
Απών/απούσα

Τυχερός ο Αντερέας που 'χε το μιαλό του αλλού και μπράβο στη Μαρία που χε το τσαμπουκά πλεγμένο!

i.alli.ellatha
Εικόνα i.alli.ellatha
Απών/απούσα

Ωραίος σκούφος. Ποιος(α) τον έπλεξε; :-)

Laou Laou
Εικόνα Laou Laou
Απών/απούσα

Θα συμπλήρωνα πως τα ονόματα και ο σκουφος μπορεί να διαφέρουν λίγο.......έως πολύ.

κωστάνζα
Εικόνα κωστάνζα
Απών/απούσα

μπράβο στη Μαρία· τι θάρρος! Χαίρομαι πολύ να διαβάσω μια τέτοια ιστορία

σας εύχομαι καλή ποδηλασία κι όλα τα καλά

υ.γ.· δύο τσιγάρα με τον καφέ λέμε «πρωϊνό πόρνης» τόποιο απολαμβάνω κάθε πρωΐ

to
Εικόνα to
Απών/απούσα

την είχε κάνει την τύχη του διπλά από πριν!

Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
wp