Μπορείς να την πεις ζωή. Μπορείς πάλι να την πεις μια θάλασσα από πιθανότητες όπου όλους λίγο μας ρίχνουν, λίγο πέφτουμε. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι με το κεφάλι, άλλοι με πιο μοντέρνους τρόπους. Κι ύστερα κολυμπάμε, καμιά φορά και κόντρα στο κύμα.
Δεν είχε κύμα στη Νίσυρο το καλοκαίρι του '09. Ακόμα κι αν είχε, δεν θα μας έριχνε στο διτροχάδικο που νοικιάσαμε δυο ποδήλατα. Οι βόλτες όμως που κάναμε ήταν σύμφωνες με τις πιθανότητες, λίγες, μικρές και όμορφες.
Το ξέρεις πως έτσι και καβαλήσεις ξανά ποδήλατο, κι αφήσεις την ομορφιά να σε αγγίξει, κι έχεις την όμορφή σου δίπλα, ε τότε δεν ξεκαβαλάς το κύμα των πιθανοτήτων μέχρι να σε ρίξει σούμπιτο σε ποδηλατάδικο. Έτσι λοιπόν, γυρίζοντας στην Αθήνα αγοράσαμε το ζεύγος. Τον Ρούντι, έναν βούλγαρο τρέκη, και τη Ντόλι, μια σιδηρά κυρία της γνωστής πατρινής οικογένειας.
Τη συνέχεια την φαντάζεσαι. Βόλτες στην παραλία για αρχή, και πριν το καταλάβεις ντρέπεσαι πια να ανέβεις σε μηχανοκίνητο. Ανεβοκατέβαζα τα δυο γαϊδούρια πέντε ορόφους από τις σκάλες καθημερινά, μέχρι που πρήστηκαν τα γόνατά μου. Ακόμα κι έτσι, πάνω στον Ρούντι πέρναγαν οι πόνοι.
Μπορεί και να το χρωστάω σε αυτό το κύμα που μας παράσερνε μαζί με τα ποδήλατά μας. Όπως και νά 'χει το πήρε απόφαση, σταμάτησε να αναρωτιέται αν θα επιπλεύσει στην θάλασσα των πιθανοτήτων μου, και, αρχές του '10, ήρθε να μείνουμε μαζί. Η Ντόλι έμεινε να καμαρώνει στο σαλόνι γιατί πηρε τη θέση της ο Σπίθας. Σπαστός, θα έμπαινε στο μετρό να την πηγαίνει από τη Νέα Σμύρνη στο Χαλάνδρι. Δεν πρόφτασε να το κάνει πολλές φορές.
Πρόφτασε πάντως τα τραίνα που πήγαιναν στο Ναύπλιο. Εύκολα ο Σπίθας, δύσκολα ο Ρούντι, γελώντας εμείς, το πρώτο τριήμερο της χρονιάς και της συμβίωσής μας. Αλλά ρε φίλε ξέρεις πως είναι αυτά τα κύματα, πως σου σκάνε στη μάπα εκεί που δεν το περιμένεις. Φτάνεις στο ξενοδοχείο, ξαπλώνεις, απλώνεις το χέρι σου να πιάσεις ένα βυζί, και πιάνεις μαζί έναν όγκο.
Μαθαίνεις τότε πως το συγκεκριμένο κύμα έχει μία πιθανότητα στις τέσσερις να σε βαρέσει, αλλά δεν σε βουλιάζει κιόλας. Μαθαίνεις κι άλλα πράγματα. Ότι αν και οι περισσότεροι που κινούνται πάνω στα πεζοδρόμια είναι μαλάκες, ο Σπίθας απλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Και τον εκτιμάς ακόμα περισσότερο, γιατί δίνει ηλιόλουστα χιλιόμετρα σε πόδια που έχουν λειώσει από τις χημειοθεραπείες. Τον αγαπάς πακέτο με την καβαλάρισσα.
Ε, ναι, βέβαια, και τον Ρούντι, αν και... Καλά, δεν έφταιγε αυτός, θα μπορούσα να του έχω αλλάξει λάστιχα. Και οι τρεις πεζοί που πετάχτηκαν μπροστά μου πάνω στη στροφή θα μπορούσαν να με έχουν δει. Ναι, τρεις ήταν, δεν ήταν ένας που τον είδα τριπλό. Όχι, λιγότερο ούζο δεν θα μπορούσα να έχω πιεί. Αφού ξανάβρισκε πια τις δυνάμεις της, και ήταν 9 Δεκέμβρη, γιόρταζε, βγήκαμε με όλους τους φίλους, πως να το κάνουμε; Καμία αξία δεν έχουν πέντε ράμματα στο φρύδι και μια γωνίτσα δοντιού λιγότερη, όταν το κύμα του Ναυπλίου πέρασε και πάει.
Για να τελειώνω με τον Ρούντι, μου τον κλέψανε. Ήθελα να τον αλλάξω, αλλά όταν βρήκα την "κλειδαριά" κομμένη, έμεινα δυο ώρες αμίλητος. Τόσο κοντά στην αρρώστεια, συνειδητοποιώ απόλυτα το μέγεθος της ύβρεως, αλλά πραγματικά έννοιωσα κουτσός. Κι ενώ δεν είχαμε λεφτά ούτε για λάστιχα, τώρα χρειαζόμουν ποδήλατο. Βρέθηκε ο Ρόμπι, που θα ήθελε να είναι κουρσάκι, αλλά με ίσιο τιμόνι βγήκε πιο φτηνός, μου έμεινε κι ένα τάληρο.
Πρώτο ταξίδι του 'τυχε τριήμερο στην Πάρο. Αφού σου είπα τόσα για κύματα, το πασπάλισα κι αυτό με λίγη θάλασσα. Κι ο ταβερνιάρης που κρύβει τα τραπέζια του σε μια παραλιούλα της Νάουσας, κάτι χόρτα θαλασσινά στο τηγάνι μας σέρβιρε. Και κάναμε το Νάουσα - Παροικιά καβάλα, μην ακούω γερούς ανθρώπους να λένε πως δεν μπορούν τις ανηφόρες. Και γυρίσαμε για την προγραμματισμένη μαγνητική. Και ήπιαμε στην υγειά της.
Την άλλη μέρα ήμουν πάνω στον Ρόμπι όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Κάποια κύματα έχουν πολύ λίγες πιθανότητες να σε χτυπήσουν, αλλά μπορούν να σε βουλιάξουν. Όπως αυτό το δεύτερο, ένα χρόνο μετά το πρώτο.
Δεν ξέρω τι θα έκανες στη θέση μου. Αν θες την γνώμη μου, ούτε κι εσύ ξέρεις. Εγώ πάντως της το έκρυψα. Όχι εντελώς, αυτό θα ήταν αδύνατο. Ούτε πίστεψε ότι δεν μπορούσα να της πω ψέμματα, μάλλον πως δεν χρειάζεται ακόμα.
Μέχρι το τέλος του '11, κάθε βδομάδα χημειοθεραπεία. Από τις αρχές του '12 και μέχρι να βγει ο Μάης, δύο βδομάδες ναι, μία όχι. Ευτυχώς είναι πολλοί όσοι βόηθησαν, αν και τους περισσότερους τους βρίζουν "δημοσίους υπαλλήλους". Βόηθησε κι ο Ρόμπι, με κουβάλησε παντού να ψάχνω για φάρμακα μέσα στα ερείπια που γκρέμισε ο λοβέρδος. Βόηθησε κι ο Σπίθας, της μίκραινε τις αποστάσεις, την έκανε να νοιώθει πιο δυνατή. Καλά, για τους φίλους δεν είναι ανάγκη να σου πω.
Προτελευταίος σταθμός η Λέρος. Υπάρχει ακόμα το σπίτι της προγιαγιάς της, ευτυχώς. Πήγαμε και τις δυο χρονιές, καβάλα. Ανεβήκαμε και στο κάστρο, να μην σου ξαναλέω για τους γερούς και τις ανηφόρες. Βρήκε το παιδικό της ποδήλατο, λίγο σκουριασμένο, στην αποθήκη, και το χάρισε. Ξανάκανε διαδρομές που θυμόταν από παιδί, και λίγο πιο μακρυνές ίσως. Να μη σου χρειαστεί η συμβουλή μου, αλλά για να πείσεις κάποιον ότι μπορεί να κάνει κατορθώματα, χωρίς να τον ζορίσεις κιόλας, ή βάλτον να κάνει ποδήλατο, ή να κολυμπήσει με βατραχοπέδιλα.
Τη διαδρομή σου την μαρτύρησα από την αρχή, τελευταίος της σταθμός ο Βύρωνας, ψηλά. Ίσως μου έγινε συνήθεια, και γιαυτό έχει ένα ψεμματάκι ο τίτλος, πάντως ο Σπίθας μετά την Λέρο δεν ξαναβγήκε. Μόνο μιλάγαμε πια, για πολλά, για τα ποδήλατα μέσα στα πολλά. Κατάλαβε γιατί περνάω με κόκκινο, κι εγώ για να την ευχαριστήσω της παράλλαξα ένα ακόμα τραγουδάκι. Δεν έχω τη φωνή της, ούτε στο τόσο, αλλά άκουσέ το:
Οι πράσινες, οι κόκκινες, οι κίτρινες οι λάμπες
είναι γι αυτούς που κλείνουνε των καροτσιών τις ράμπες,
γι αυτούς που καίνε αέριο, ηλεκτρικό ή βενζίνη.
Το φως τους τα πετάλια σου, αδιάφορα αφήνει
Σαν
ντύνεσαι τα λίκρα σου, και τα πετάλια σπας
τα κόκκινα, τα πράσινα, όμορφα τα περνάς
Στα πράσινα κοιτάς παντού, πρωτού να τα περάσεις,
προσέχεις και στα κόκκινα, την φόρα σου μην χάσεις,
κι άμα σε κλείσουν τα κουτιά, πριν μπεις στις διαβάσεις
λες ένα "γειά σου" στους πεζούς, μην τους κοψοχολιάσεις
Και
όταν με τα λουστρίνια σου, πιο απαλά πατάς
τα πράσινα, τα κόκκινα, όμορφα τα περνάς
Ήθελα να σε ξαλεγράρω λίγο, γιατί μου φάνηκε ότι πολύ σε βάρυνα, αλλά με τέτοια φωνή δεν, καλά. Τότε να σου πω για τον Ρόμπι, κριάρωσε κι έγινε κούρσα κανονική. Όπου να ναι θα αποκτήσει και κουμπωτά πετάλια. Βρήκε και έναν τουρίστα φίλο, με φτερά, σχάρες και απόλα, να τον βοηθάει. Εμένα βοηθάει δηλαδή, που είχε σκεβρώσει η πλάτη μου, όλα στο σακίδιο πάντα...
Δίκιο έχεις, σου είπα τόσα γι αυτήν και δεν σου την έχω συστήσει. Είναι που δεν μπορώ πια, δεν την έχω ξαναδεί από εκείνη τη φορά στο Βύρωνα. Μου είπαν πάντως ότι γράφει μόνο το όνομά της, Άννα-Μαρία, όπως ήθελε. Ούτε σταυρούς, ούτε χρονολογίες. Ίσως, αν καταφέρω να βαφτίσω μόνος τον τουρίστα, της τον πάω να γνωριστούν. Ίσως της γράψω κι εκείνο το πορνογράφημα που της είχα τάξει, αντί γι αυτήν εδώ τη μελούρα.
Μεταξύ μας, αυτά τα τρία τελευταία "της" μου βγάζουν πια την γλώσσα. Ως εντελώς ασύμβατα, τόσο με το κύμα, όσο και με την κόντρα του.
Αυτή σου η μελούρα είναι που με συνετάραξε.
Τίποτ'άλλο...