ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

«Θοδωράκη! Έλα μέσα βρε! Έλα, που να πάρει ο διάολος τα κόκκαλά τους, πατήσαν τα βρωμοπόδαρά τους στα χώματά μας τα σκυλιά!».
Αυτή η φωνή ακούστηκε ένα πρωινό του Απριλίου του ’41 να αντηχεί στην οδό Στεφανοπούλου 14 στον Πύργο της Ηλείας, όπου βρισκόταν το μπακάλικο της οικογένειας Μπαρκαλέτου εδώ και 50 χρόνια.

Ο πατέρας παρακολούθησε με τα κουκουλωτά του μάτια τον μικρό Θοδωράκη, μέσα στα κοντά του παντελόνια και τα φαρδειά του παπούτσια που είχε κληρονομήσει από τον μεγαλύτερο αδελφό, τον Χρήστο, να τρέχει να ακολουθήσει την προσταγή του, λίγο τρεμάμενος και λίγο αστειευάμενος, αφού ήξερε πως ο πατέρας ήταν μόνο φωνή και καθόλου χέρι και παράτα τους να λένε πως απ΄τ’ αυλάκι και κάτω είναι όλοι άγριοι...

Ο κυρ-Γιάννης ήταν μάλαμα κι' αγάπαγε τα παιδιά του, όπως ξέραν τότε ν’ αγαπάνε: με καθόλου χάδια και με πολύ φροντίδα για το αύριο.

«Θοδωράκη, να μάθεις απ΄όλα! Αυτοκίνητο; Να μάθεις! Μηχανή; Να μάθεις! Αερόπλανο; Να μάθεις! Ποδήλατο; Να μάθεις! Τέχνη; Να μάθεις! Όλα χρειαζούμενα θα σου βρεθούν μιά μέρα!»
Και δεν είχε άδικο ο κυρ-Γιάννης. Οι καιροί εύκολοι δεν ήταν ποτέ, πόσο μάλλον τώρα, που πριν ο τόπος προλάβει να συνεφέρει από τους Βαλκανικούς και το Μικρασιατικό, έπεφτε πάνω στο κεφάλι του ένα σκοτάδι ξαφνικό.
Κι’ εκείνοι που κρατάγαν το αγκυλωτό πανί και κρύβαν τον Ήλιο δεν είχαν δισταγμό κανέναν. Είχαν κάψει μέχρι στιγμής από βιβλία μέχρι ανθρώπους με μια μόνο διαταγή των αφεντάδων τους, εκείνων, που τους βάζαν να κάνουν μεγάλες παρελάσεις σαν τα κοπάδια που κατεβαίνουν στα χειμαδιά, για να βλέπουν πόσο πολλοί ήσαντε και άρα, πόσο δίκιο είχαν...

“Έλα μέσα... Άκουσε να σου πώ, σύρε στου μπάρμπα σου του Σταύρου και πες του πως ο Γιάννης τονε θέλει να μιλήσουνε και ν' αφήκει ό,τι κάνει και νάρθει γλήγορα, τ' ακούς;”
“Ακούω...” είπε ο μικρός Θοδωράκης.
“Ε, σύρε το λοιπό! Να, έφτυσα!” κι' έρριξε μια σταγόνα σάλιο στο πεζοδρόμιο κι΄ο Θοδωράκης θάπρεπε νάχει γυρίσει μέχρι να στεγνώσει.

Λϊγα τα λόγια, μετρημένα και ξεκάθαρα, μιλημένα με χαμηλή φωνή, κανείς ηρωισμός, μα κι' ούτε στόμφος βιβλικός.
“Εγώ, Σταύρο,” τούπε, “δεν αντέχω να δω τον Γερμανό να περνάει εμπρός μου καμαρωτός-καμαρωτός και να βροντάει το άρβυλό του στο χώμα που σκεπάζει τον πατέρα και τον πάππο μου. Θα κάμω καμμιά αποκοτιά και θα μας πάρει ο τρισκατάρατος ούλους και θα την πλερώσουν μαζί με μένα κι' όσοι δε φταίνε κι' εσύ κι 'η φαμίλια μας ούλη. Μα κι' εδώ μέσα είναι βαλμένο χρόνο τον χρόνο, όλος ο κόπος κι' όλη η δεξιοσύνη τής οικογένειάς μας. Άκου, το λοιπό, να σου πω, πώς θα πορευτούμε”.

Κι' ο Σταύρος άκουσε τον ξάδερφο Γιάννη να του μηνάει, με χαμηλή φωνή πάντα, πως θα φύγει, πως θα πάει πίσω απ΄το βουνό, πέρα απ΄τον Αη Γιώργη, 'κει πού 'ταν κάτι αμπέλια που πηγαίνανε μικροί και πως εκεί θα ζει και 'κει θα δουλεύει τη Γη ωσότου φύγουν οι βάρβαροι. Άκουγε ο Σταύρος και δε μίλαγε. Ήξερε πως ο Γιάννης γνώμη εύκολα δεν άλλαζε για τα μικρά τα πράγματα, ε, και άμα ήταν για κάτι τόσο σπουδαίο, ούτε άνθρωπος μα ούτε και Θεός θα τ' άλλαζε τον συλλογισμό.

Ο Θοδωράκης χωμένος σ' έναν ίσκιο της αποθήκης άκουγε μα δεν καταλάβαινε γρι. Ποιός ήταν ο Γερμανός που πάταγε το χώμα τού παππού του και ποιό πανί με τον αγκαθωτό σταυρό θάπρεπε να χαιρετήσει ο πατέρας άμα ήθελε να τον αφήσουν ήσυχο οι βάρβαροι. Έναν Γερμανό που θυμόταν ήταν οπού 'χε σηκώσει το λάβαρο σε μιάν εκκλησιά μέσα κι' είχε δώσει ο Μωρηάς ποδάρι στον Τούρκο, ετούτος τώρα ποιός νάτανε και γιατί ήθελε άραγες να μας πατάει στο λαιμό...

Απάντηση δεν πήρε ποτέ. Κι' ούτε και πρόλαβε να ρωτήσει τί και πώς. Τη μιά μέρα ο πατέρας διαφέντευε το μαγαζί και κανόνιζε τις τιμές και την πραμάτεια που θάφτανε στο Κατάκωλο και ποιός θα πήγαινε να παραλάβει, και την άλλη μέρα είχε χαθεί πριν ξημερώσει, πριν κανείς καταλάβει και προσέξει τίποτε, εξόν από τη Μπέλλα, τη μεγάλη φοράδα πού' λειπε απ' τον παχνί της και μαζί και δυό μεγάλα κοφίνια και κανείς δεν την αναζητούσε, σαν όλοι νάταν συνεννοημένοι και κανείς δεν έβγαζε άχνα.

Ο Σταύρος ανάλαβε το μαγαζί μαζί με τον μικρό αδερφό του κυρ-Γιάννη κι' ο Θοδωράκης από κοντά, για όλες τις δουλειές, τα θελήματα και τα χοντρά και τα ψιλά. Ο πατέρας είχε προστάξει:
“Μη μου τ' αφήκετε αδούλευτο το παιδί και τονε φάει η ζωή μετά! Να τονε βάζετε να κάμει απ' ούλα, να νιώθει τον κόπο του αγωγιάτη, μα να συνορίζεται και την σκοτούρα του γραμματικού!”

Μα η ιστορία που τρέχει πάνω σ' αυτά τα γράμματα, δεν λέει για τα μαύρα χρόνια τής Κατοχής. Δε λέει ούτε πως ο Θοδωράκης δεν ξανάδε τον πατέρα του παρά μόνο λίγο πριν πεθάνει, περασμένος από χίλιες κακουχίες κι' άλλους τόσους πόνους.

Ιστορεί το μαράζι του Θοδωράκη, που έφτασε δεκαεφτά και τότες, πρώτη φορά στην ζωή του έσωσε ν' ανέβει σ' ένα ποδήλατο, του ξαδέρφου του, τού Παναγιώτη.
Εκατό μέτρα πέρα κι' άλλα εκατό μέτρα δώθε ήταν όλη κι' όλη η ζωή του Θοδωράκη καβάλα σε μιά σέλλα. Λες και οι υποχρεώσεις είχαν βαλθεί να τον κατεβάσουν από 'κει όσο πιό γρήγορα γινόταν, λες και δεν τους άρεσε να τον βλέπουν να πηγαίνει να κλέψει κάτι από μια παιδική ανάμνηση που ποτέ δεν είχε. Ένα που πήγε να ξυπνήσει το παιδί πάνω στις δυό ρόδες κι' ένα που κατέβηκε σκουντουφλώντας, παραπατώντας απ' τη μαγεία της μοναδικής Τέχνης που ποτέ δε θα μάθαινε.

Κι' αν ήταν μυθιστόρημα τούτο 'δω, μετά από κάμποσες σελίδες, που θάλεγαν με ποιόν τρόπο ακριβώς ο Θοδωράκης έχτισε μια μεγάλη δουλειά, θα κατέληγα να σας πώ, πως ο κύριος, τώρα πιά, Θοδωράκης, εκεί γύρω στα ογδόντα του, βγαίνοντας ένα πρωί από το σπίτι του στην πλατεία Βικτωρίας για να πάει στο γραφείο απ' όπου σπάνια έλειπε ακόμη και τώρα, ήρθε, εντελώς απρόσμενα, φάτσα με φάτσα με 'κείνο το όνειρο.
Ένα ποδήλατο ήταν αφημένο να ξαποσταίνει στο κάγκελο του τέταρτου ορόφου της πολυκατοικίας, ένα θεόρατο ποδήλατο, πανέμορφο και νεαρό, που από τότε και κάθε μέρα μέχρι σήμερα, κλέβει ανεπιτήδευτα τον θαυμασμό τού κυρίου Θοδωράκη, που έστω και για τα λίγα δευτερόλεπτα που καθυστερεί το ασανσέρ να φτάσει μέχρι τα ύψη τόσων χρόνων, ξαναγίνεται δεκαεφτά και αφήνει το χέρι του να περάσει απαλά πάνω απ΄το πανέμορφα λαξεμένο μέταλλο.

Και που μετά, μην αντέχοντας τέτοιο φορτίο επάνω του, σπεύδει σε κάποιο διάλειμμα της δουλειάς, να μοιραστεί μαζί μου την εικόνα, να μου μεταφέρει κάτι απ΄την έκπληξή του, να μου πει πόσο απορεί για το πόσο όμορφο μπορεί να είναι ένα ποδήλατο, σαν κι' αυτό της γειτόνισσας, που το απέκτησε πρόσφατα και πηγαίνει στην δουλειά της καβάλα σε τόσην ομορφιά.

Κι' επειδή ο κόσμος είναι ίσαμε μια δακτυλήθρα τόπος κι' επειδή ο χρόνος στο χαρτί δεν υπάρχει, πάω πίσω στο '50, όπου απέναντι από το μαγαζί της οδού Στεφανοπούλου 14 στον Πύργο, στο σπίτι του Αλεξόπουλου, έμενε για όσο καιρό σπούδαζε, ένας νεαρός που πήγαινε να πάρει μπακαλόχαρτα για να κρατάει τις σημειώσεις του στην Ακαδημία και που είναι ο πατέρας μου.

Αξιολόγηση: 
0
Η αξιολόγηση σας: Κανένα
0
0 ψήφοι
tkant
Εικόνα tkant
Απών/απούσα

κωστάνζα
Εικόνα κωστάνζα
Απών/απούσα

Όφιε, συγκινήθηκα από το ωραίο κείμενο σου, να ζήσεις

BookLuv
Εικόνα BookLuv
Απών/απούσα

τώρα αρχίζω λίγο να μπαίνω σε μπλογκς, δεν είμαι και πολύ της διαδικτυακής επικοινωνίας,το κείμενο μου άρεσε, ιδιαίτερα η φιγούρα του πατέρα. Απλός, χωρίς πολλά λόγια και χάδια, εύγλωττος με τις πράξεις και τις επιλογές του. Ποιός είναι ο συγγραφέας;

Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια