Κάνε δεξιά, ρε μπάρμπα..!

«Κάνε δεξιά ρε μπάρμπα!»
«Μπαρμπαριά και Τούνεζι, κακομαθημένε!»
«Ρε, άει στα κομμάτια με το παληοσίδερο...»
«Βρε, σάλτα από ‘κει χάμω...»

Ο γέρος έσκυψε ξανά στο πετάλι του και μαζί ανεβοκατέβαιναν κι’ οι ώμοι του, μιά δεξιά, μια αριστερά, μ’ ένα λερό σακκίδιο στους ώμους, το βλέμμα στηλωμένο εμπρός, έδειχνε σαν κάπου νάχει να πάει και πως θάφτανε, που ο κόσμος όλος να χάλαγε. Τα αυτοκίνητα πέρναγαν δίπλα του κάνοντας μια μεγάλη, φαρδειά τιμονιά, μερικοί κορνάροντας κιόλας, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τί στραβοτιμονιά μπορεί να κάνει ένας γέρος πάνω σ’ ένα ποδήλατο, που, ποιός ξέρει για πού τραβάει παραμονή βράδυ πρωτοχρονιάς, μέσα σ’ όλη την κίνηση. Τρελλόγεροι...

Δεν είχε φέτος την συνηθισμένη κίνηση, αλλά, όπως και να το κάνεις, η πόλη είναι πόλη και ποτέ δεν κοιμάται, πόσο μάλλον το βράδυ της παραμονής.
Τί περίμενες, δηλαδή, να κλειστούν όλοι μέσα και να κάνουν υποθετικά σενάρια για το πώς θα τους κλέψουν και τα υπόλοιπα που τους έχουν μείνει; Ρε, αει στην ευκή από ‘κει πέρα... Για ένα χύμα κρασάκι από την κάβα στην γωνία κι’ έναν μεζέ βγαίναμε και φέτος και το σημαντικότερο, οι φίλοι, δεν παύουν να υπάρχουν με τα δύσκολα.
Αντιθέτως, μαζεύονται όλοι μαζί και γελάνε και βρίζουν με περισσότερη φαντασία τους πάντες: μα κυβέρνηση θες, μα πολιτικούς θες, μα δημαρχαίους και λοιπούς σφογγοκωλάριους, μα τον χρόνο τον ανάποδο που τάφερε όλα στην πλάτη του...
Μα όπως και νάχει κι’ επειδή η κακία βρωμίζει την ψυχή, ακολουθεί και η μόνιμη επωδός: «Βρε, ας έχουμε την υγειά μας και τ’ άλλα θα τα παλέψουμε..», κάτι σαν ξόρκι για κάθε κακό και κάθε λιποψυχία και σαν τεράστιο, αιώνιο φάσκελο στα μούτρα όλων όσων τα βάρη τραβούν αναίτια.

Ο γέρος είχε μπεί σ’ ένα σκοτεινό δρόμο κάπου στον Βύρωνα κι’ ανηφόριζε με ανέλπιστη αντοχή. Μα κι’ αν πρόσεχες από κοντά θάβλεπες πως το πρόσωπό του δεν ήταν και τόσο γερασμένο. Μάλλον, πρόωρα κουρασμένος έμοιαζε, παρά γέρος. Το ποδήλατο ήταν άχρωμο, άγευστο και άοσμο. Δεν είχε ούτε ίχνη ηλικίας, ούτε και προέλευσης κι’ άμα ήσουν λίγο καχύποπτος, ε, τότε σίγουρα θάλεγες πως ήταν κλεμμένο, γδυμένο και ξαναβαμμένο πρόχειρα με κανένα παλιοσπρέυ.

Παρ’ όλο το χάλι όμως αναβάτη και ποδηλάτου, η πορεία ήταν ρυθμική όσο και ακαταλαβίστικη. Στα τελευταία σπίτια του Βύρωνα σταμάτησε, κατέβηκε για λίγο απ’ το πετάλι, ακούμπησε στο σίδερο και έστρεψε πίσω του. Τα φώτα που ανέβαζαν έναν λαμπερό θόλο πάνω απ΄την πόλη, ήταν πάντα εκεί, χρειαζούμενα ή αχρείαστα, ηθελημένα ή ξεχασμένα. Κάπου ανάμεσα στα φώτα ζούσαν κι’ οι άνθρωποι.
Άφθονοι.
Χρειαζούμενοι ο ένας στον άλλον.
Τόσοι, που ακόμη κι’ αν ‘έβγαζες τους μισούς, πάλι πολλοί θά μέναν. "Και πού να τους πας", σκέφτηκε. "Πού να τους στείλεις έτσι λερωμένους απ΄το τσιμέντο, έτσι φοβισμένους για την απλότητα και το ουσιαστικό, έτσι χαζεμένους απ’ την τηλεόραση... Θάταν σα μικρά παιδιά εμπρός στην σκοτεινή πόρτα του κλειστού σαλονιού της γιαγιάς". Κούνησε το κεφάλι και κίνησε ξανά.

Εκεί, στο τέλος της μεγάλης ανηφόρας το βουνό τειχωνόταν πλατύ, απέραντο, και κυρίως, μαύρο. Ένα μαύρο, που κι’ αν ήξευρες πως το βουνό στο φως της μέρας έχει άπειρη ομορφιά επάνω του, τώρα δα, σού ’σκιαζε την καρδιά, σε κράταγε μακρυά, σε αγρίευε και σού ‘παιρνε τη θέληση σαν πρωτόγονο εμπρός στον έναστρο ουρανό.

Κύλησε την κατηφόρα του μεγάλου δρόμου διπλής κατεύθυνσης κι’ έστριψε δεξιά στο φανάρι που αναβόσβηνε πορτοκαλί, είδε ένα-δυό αυτοκίνητα παρκαρισμένα, ψυχή μέσα. Συνέχισε χωρίς δισταγμό να πεταλάρει. Πιό πέρα φώτιζαν οι κολώνες του στρατοπέδου και στ’ αριστερά φέγγιζαν οι μπασκέτες στα άδεια γηπεδάκια ανάμεσα στα πεύκα. Γύρισε το τιμόνι προς τα εκεί, πέρασε τη σκουριασμένη μπάρα, διέσχισε το ψιλό χαλίκι κι’ έφτασε στη βρύση. Παγούρι δεν είχε, ούτε και παγουροθήκη φαινόταν πουθενά. Κατέβηκε, στερέωσε το ποδήλατο σ’ ένα δέντρο και είπε στον εαυτό του ψιθυριστά: «Δώδεκα παρά είκοσι... Έχω καιρό ακόμα...»

Πάτησε το κουμπί της βρύσης, την άφησε να τρέξει χωρίς να πιεί, μόνο παρατήρησε τις χοντρές στάλες που πιτσίλαγαν τριγύρω, μερικές τον έβρεξαν στο χέρι, παγωμένες, τον έκαμαν να ανατριχιάσει. Η μετεωρολογική είχε δώσει κρύο για φέτος τις γιορτές και είχε πέσει μέσα.

Περπάτησε ανάμεσα στους χαμηλούς θάμνους, βρήκε τις κούνιες, στριμώχτηκε στη μία που είχε σπασμένο χερούλι κι’ άρχισε να κουνιέται ελαφρά χωρίς να σηκώνει τις μύτες των ποδιών του απ΄το χώμα. Η όψη του είχε αλλάξει, είχε μαλακώσει, τα μάτια ήταν σαν παιδιού, δεν φανταζόσουν πως απ’ το πρόσωπο αυτό μπορούσε να έχει περάσει θυμός ποτέ.
Σηκώθηκε, πήγε στην τραμπάλα και κάθησε. Έσπρωξε μια δυο φορές δυνατά με τα πόδια του, αφέθηκε, έσκασε κάτω, τραντάχτηκε ο πισινός του κι’ έκανε μια γκριμάτσα χαμογελώντας με την ανοησία του. «Αμ, γέρο μου, το ένα χέρι μόνο του δεν κάνει παλαμάκι», είπε και γέλασε σιγανά.

«Γέρο μου, γέρο μου!» ξανάπε στον εαυτό του κι΄έτριψε τα χέρια του περπατώντας προς το ξύλινο μισοχαλασμένο κάστρο της παιδικής χαράς. Ανέβηκε κάνοντας μεγάλα βήματα για να περάσει τα ξεχαρβαλωμένα σκαλοπάτια, έφτασε στο κουβούκλιο και κύτταξε γύρω στο σκοτάδι σαν ο τελευταίος φρουρός της Βασιλεύουσας.
«Τα-νταν, τα-ντάαααν!!!» φώναξε κι΄ανέμισε το χέρι του σα να κράταγε σπαθί, «Ελάτε αν σας βαστάει, ελάτε, ντε!!!». Έμεινε εκεί για λίγο κι' 'επειτα γύρισε κι΄άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά κι’ απ΄το τελευταίο έδωσε ένα σάλτο μέσα στα χορτάρια κι’ από ‘κει ΄βάδισε γρήγορα ως το ποδήλατο.

Τώρα ανέβαινε πιό σιγά, είχε διαλέξει το αριστερό μονοπάτι, το ήρεμο και ανέβαινε με μικρό δίσκο και μεγάλο γρανάζι, κύτταζε γύρω σα να μπορούσε να διακρίνει τα πάντα, παρά το ελαχιστότατο φως που αντανακλούσαν τα σύννεφα.

Του πήρε μιάμιση ώρα να φτάσει λίγο κάτω απ΄την κορφή. Δεν πεταλάριζε και συνέχεια, είχε σταματήσει στο Φραγκομονάστηρο, είχε πάει και μέχρι το εκκλησάκι να δει την στέρνα με τα χρυσόψαρα, ε, καθυστέρησε λιγουλάκι. Και μετά ήταν και ‘κείνο το κουβάλημα απ΄το φυλάκιο και πάνω μέχρι να ξαναβγεί στον χωματόδρομο, που τούβγαλε την ψυχή.

Μόλις έφτασε στο τελευταίο γύρισμα του δρόμου, εδώ, απ’ όπου μπορούσε να δει μέχρι πέρα μακρυά, σταμάτησε και γρήγορα κατέβηκε απ΄το ποδήλατο, το στερέωσε σε μια πέτρα που εξείχε αφύσικα στη μέση του μονοπατιού και άρχισε με το βλέμμα να ψάχνει μέσ’ το σκοτάδι. Μάλλον, δεν βρήκε αυτό που έψαχνε και αυτό, πιό πολύ φάνηκε να τον ησύχασε, παρά που τον στεναχώρησε.

«Νωρίς έφτασα», σκέφτηκε, «Μου μένει μια ώρα και κάτι ψιλά ακόμη». Ξεζώστηκε το σακκίδιο, έβγαλε έξω μια στίβα χαρτιά κι’ άρχισε να τα φυλλομετράει με σπουδή, να σιγουρευτεί πως δεν έλειπε τίποτε.

Μετά, περπάτησε πάνω-κάτω κλωτσώντας με δύναμη καμμιά πέτρα και περιμένοντας να την ακούσει να σκάει παρακάτω στα χόρτα, προσποιούμενος πως μάντευε την απόσταση της ριξιάς. Κύτταξε τον ουρανό και ζάρωσε δύσπιστα τα χείλια του. Σίγουρα είχε καταλάβει καλά; Σίγουρα. Σίγουρα δεν είχε αλλάξει κάτι στα σχέδια; Μα αυτά δεν είναι από τα σχέδια που αλλάζουν... Και ο άλλος, σίγουρα δεν είχε ξεχαστεί πουθενά; Μα μπορούσε να ξεχαστεί, δεν μπορούσε... Αν υπήρχε ύπνος, θα έπαιρνε έναν για να γλυτώσει λίγη απ΄την αγωνία του.

Κι’ εκεί, γύρω στις πεντέμιση το πρωί κι’ ενώ ο Ήλιος δεν θα φαινόταν για ώρα ακόμη πάνω απ΄τα σύννεφα, άρχισε ν’ ακούει ένα σφύριγμα, σιγανό στην αρχή, νάρχεται από ψηλά και να δυναμώνει όσο πλησίαζε και μετά ένα τεράστιο «Γκντουπ!» ακούστηκε δίπλα του και σκόνη σηκώθηκε που τον έκανε να βήξει δυνατά, σαν γέρος. Ένα κεφάλι στην αρχή κι’ ένα χέρι που καθάριζε όσο μπορούσε τον αέρα από μπρος απ΄τα μάτια φάνηκαν να βγαίνουν απ΄τον σαματά κι’ ένας νεαρός, ως είκοσι χρονώ, ξεπρόβαλε: «Πω-πω! Ρε ζντούπα που έφαγα!» είπε και χαμογέλασε απλώνοντας το χέρι του προς τη μεριά του γέρου, που με χαρά τόσφιξε γερά και τον τράβηξε έξω απ΄τη μικρή γούβα που είχε σχηματιστεί. «Δεν άργησα;» ρώτησε με ανησυχία. «Σώπα μη σε νοιάζει, μια χαρά είμαστε», τούπε ο γέρος ήρεμα. Ο νεαρός κύτταξε κάτω: «Ησυχία έχει. Είναι φυσικό αυτό;» ρώτησε μεσ’ τα μάτια τον γέρο. «Ναι, φυσικό είναι». «Μα δε θάπρεπε να γιορτάζουν;» «Γιορτάσανε, μην ανησυχείς» απάντησε ο γέρος, «Μα γιορτάσανε στις δώδεκα, τα μεσάνυχτα». «Και τώρα τί ώρα είναι;» ρώτησε ο νέος. «Πέντε και κάτι το πρωί. Για την ακρίβεια πέντε και τριάντα εννέα».

«Έχεις τίποτε να μου δώσεις;» ρώτησε.
«Να, αυτό το σακκίδιο, όλα όσα θα χρειαστείς είναι σ’ αυτό το σακκίδιο. Γιορτές, αργίες, εποχές, διακοπές, όλα εδώ μέσα είναι». Ο νεαρός ξεφύλλισε το φθαρμένο τετράδιο. «Και κάθε πότε το αλλάζουν τούτο ‘δω; Θα διαλυθεί όπου νάναι και τότε, ποιός θάναι ο τυχερός...» «Μπα, έτσι ήταν πάντα... Κάτι μου λέει πως είναι ένα εφέ. Αχρείαστο μάλλον, αλλά, υποθέτω πως θα πρέπει να μας κάνει να πάρουμε στα σοβαρά τον ρόλο μας».
«Και πού ακριβώς πάω;» ρώτησε ο νέος, φορώντας το σακκίδιο στον ώμο.
«Να, εκεί κάτω.» είπε ο γέρος κι’ άπλωσε το χέρι κι’ έδειξε τα φώτα. «Ανεβαίνεις σ’ αυτό και πάς» είπε και τούδειξε το ποδήλατο.
«Μάλιστα» έκανε ο νέος ακουμπώντας το’ να χέρι στη σέλλα και τ’ άλλο στο τιμόνι και τραντάζοντας ελαφρά το ποδήλατο, «Μάλιστα. Ε, ας πηγαίνω τότε...» «Ανέβα νάσαι έτοιμος, μα περίμενε το σύνθημά μου. Ούτε δευτερόλεπτο πιο πριν, ούτε δευτερόλεπτο μετά! Στις πέντε και σαράντα οκτώ ακριβώς θα κάνεις την πρώτη σου πεταλιά!» «Και τότε γιατί γιορτάσανε στις δώδεκα;» απόρησε ο νέος. «Για το γιατί που’ χει δυό τρούπες!» απάντησε ο γέρος σηκώνοντας τα φρύδια. «Να μη βιάζεσαι, όλα θα τα μάθεις στην ώρα τους...» και σηκώνοντας το χέρι του σαν αφέτης είπε «Βάλε πόδι στο πετάλι.... Περίμενε.... Περίμενε....μη βιάζεσαι βλογημένε....Περίμενε....ΤΩΡΑ!!!» φώναξε με όση δύναμη είχε, σπρώχνοντάς τον δυνατά στην πλάτη κι’ ο νέος πάτησε με δύναμη στο πετάλι, έσκυψε μπροστά και χάθηκε στο σκοτάδι.

Έτσι μπήκε το 2012 στην πόλη.
Στην ώρα του, μακρυά απ΄τα μάτια όλων, με συντροφιά μια φωνή κι΄ ένα χτύπημα στην πλάτη απ΄το 2011.

Πίσω του δεν απέμεινε τίποτε.
Η γούβα που είχε ανοίξει με το απότομο πέσιμό του, είχε κλείσει αφού προηγουμένως είχε ρουφήξει στα βάθη της Γης τον παληό χρόνο.
Αν δεν το ξέρετε, οι παληοί χρόνοι μένουν όλοι μέσα στην Γη και την στολίζουν. Στολίζουν τα δέντρα με κύκλους όπου μπορούμε να διαβάσουμε την ηλικία τους, στολίζουν τα βράχια με ρωγμές και τα βουνά με μπόι, σωρρεύουν το χιόνι στους Πόλους και θρυμματίζουν πέτρες για να φτιάξουν άμμο, γυρίζουν το νερό στους ουρανούς και το κάνουν βροχή και φέρνουν τα σύννεφα κάτω και τα φκιάνουν θάλασσες.
Σιωπηλά.

Αξιολόγηση: 
0
Η αξιολόγηση σας: Κανένα
4.81818
Μέση αξιολόγηση: 4.8 (11 ψήφοι)
msg
Εικόνα msg
Απών/απούσα

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ OFIOS, ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!!!

strouf
Εικόνα strouf
Απών/απούσα

Καλή χρονιά σε όλους!

Με την ευκαιρία, ας ρωτήσω: Ποιά είναι η "Μπαρμπαριά", και γιατί; Μου το 'χαν πει παλιότερα αλλά το έχω ξεχάσει.
Το "Τούνεζι" φυσικά η Τυνησία...

strouf
Εικόνα strouf
Απών/απούσα

Τι σου είναι η βικιπήντια!!
Σε δευτερόλεπτα μου έλυσε απορία χρόνων... Μπαρμπαριά είναι η Αλγερία.

diopan
Εικόνα diopan
Απών/απούσα

απίστευτο, απίστευτο, απίστευτο κείμενο. Δεν έχω λόγια. Πάρα πολύ ωραίο.

κωστάνζα
Εικόνα κωστάνζα
Απών/απούσα

Όφιε, ενθουσιάστηκα! Πανέμορφα γράφεις· εύγε, να ζήσεις!

ofios
Απών/απούσα

...να πω Χρόνια Πολλά, με υγεία και δύναμη σε όλους μας!

tkant
Εικόνα tkant
Απών/απούσα

Να σαι γερός και δυνατός Όφιε και να μας ταξιδεύεις με τα λόγια σου.

slayerarg
Εικόνα slayerarg
Απών/απούσα

5 αστέρια κι απο μένα!

Καλή χρονιά σε όλους!

Amsterdam
Απών/απούσα

Εκπληκτικό..Ευχαριστούμε..!

Και μην ξεχνάτε τις προσφορές στην Wikipedia!!

Amsterdam
Απών/απούσα

Εκπληκτικό..Ευχαριστούμε..!

Και μην ξεχνάτε τις προσφορές στην Wikipedia!!

scrabler
Εικόνα scrabler
Απών/απούσα

Θα πρέπει οι διαχειριστές να βάλουν στα κείμενα του όφιου την επιλογή για έκτο αστέρι!

ofios
Απών/απούσα

Παιδιά, με συγκινείτε πολύ...

kastellopower
Απών/απούσα

Χρόνια Πολλά, Ofios!

Vale
Απών/απούσα

Απλά υποκλίνομαι στην πένα σου (ή νεοελληνιστί...πέφτω και παίρνω κάμψεις,τώρα).
46

rihardos
Απών/απούσα

Πάντοτε ευαίσθητος, στη γραφή σου.
Και προχωράς τα πράγματα σε βάθος, όποια κιαν είναι. Είτε τις ιστορίες σου, είτε τα κομμάτια που αφορούν στο παρελθόν του νησιού, αλλά, κυρίως τους προβληματισμούς σου.
Νά είσαι καλά βρε Οφιέ, κάθε φορά που γράφεις, μου ζεσταίνεις την καρδιά
Καλό χρόνο νά έχουμε!

Columbus discov...
Εικόνα Columbus discovers Cro-moly
Απών/απούσα

...με σημα την ποιοτητα, που λεγανε παλια και οι διαφημισεις.

Χρονια καλα σε ολους, με υγεια και αντοχη, και παντα επανω (στο ποδηλατο).

podhlatria22
Απών/απούσα

kalh xronia!!!sugxarhthria einai oti pio omorfo exw diabasei ton teleutaio kairo sughnhthika!

Amsterdam
Απών/απούσα

Το εχεις ανεβάσει κάπου αλλού?

F/B .......?

Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια