Το ιστολόγιο του/της ofios

Να ο Θεός, Παναγιώτη...

"Τόφερε! Τόφερε ο Παναγιώτης! Ήρθε τ’ Άγιο Φως, παπά! Τόφερε ο Παναγιώτης!" έτρεξε η Ματούλα του Θανασού στην μπασιά της εκκλησιάς να προλάβει το νέο.
Πετάχτηκε ο παπα-Ανάργυρος έξω να προϋπαντήσει τον Παναγιώτη, ανέμισαν τα ράσα, έσιαξε με το ζερβί χέρι τα μαλλιά να μην δείχνει σαν τον τρελλό μπρός στο εκκλησίασμα που περίμενε εδώ και τρεις ώρες τ’ Άγιο Φως.

ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΡΑΦΙ...

Εμένα, εμένα! Εδώ! Εμένα πάρε!
Όχι, ρε γαμώτο, πάλι αυτόν με το πολυβόλο πήρε...
Και τον έβαλε και στην κορυφή της κουβέρτας που είναι το μαξιλάρι-λόφος από κάτω. Οπότε μετά θα πάρει και τους γονατιστούς που σημαδεύουν και θα τους βάλει πίσω από τον άλλο. Μάλιστα, νάτο, τόκανε πάλι... Φτου, γαμώτο...

Πάντα πίσω θα μένω εγώ δηλαδή;
Έχω βαρεθεί να κάνω πετάλι στα μετόπισθεν...
Θα πεις, άμα σε βάλει μπροστά, θα σε σκοτώσουν πρώτο-πρώτο, αφού δεν έχεις ούτε όπλο.
Μα πώς να πυροβολάω αφού κάνω πετάλι και το ένα μου χέρι είναι κρεμασμένο στο πλάι να κρατάει έναν φάκελο; Δε με νοιάζει. Και εδώ που με βάζει πάντα, δεν βλέπω τίποτε.
Μπαίνω σαν ντεκόρ, έτσι για “να δείχνω αληθοφάνεια στο σκηνικό της μάχης” όπως λέει ο μικρός κύριος...

ΣΠΙΤΙ ΟΣΟ ΧΩΡΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΑΦΙΑ ΟΣΑ ΜΠΟΡΕΙΣ

Καιγότανε για ώρες. Το πήρε η φωτιά και τόκαιγε και πέφτανε τα δοκάρια, πετάγονταν οι φλόγες απ’ τα παράθυρα ίσαμε και δέκα μέτρα πέρα, είχε μέσα μπογιές και νέφτια και σκάγανε κι’ αυτά, και τελικά κάνει ένα κρακ και πέφτει η οροφή και έμειναν τα ντουβάρια όρθια, κάτι θηρία ως ογδόντα πόντους πάχος, παληά οικοδομή, γερό πράμα, κάστρο! Μα τα στεγάδια, πόσο ν’ αντέξουν...

Και ‘κει δίπλα μου λένε, να δες, αυτουνού είναι το μαγαζί και μου δείχνουν τον Διαμαντή. Νάτανε σαράντα-σαραντα πέντε χρονών τότε ο Διαμαντής.
Κυττάω βλέπω έναν άνθρωπο με σκαμμένα μάγουλα, γερτούς ώμους και με γκρίζα μαλλιά ν’ ανεμίζουν σαν του τρελλού.

ΤΟ ΒΑΜΜΕΝΟ ΚΟΝΤΡΑΠΛΑΚΕ

Βρωμάει, βρωμάει! Μπόχα, βρώμα! Βρωμάτε όλοι! Όλοι βρωμάτε! Παναγίτσα μου, μπόχααα!”

«Σκάσε βρε συφοριασμένε, σκάσε που να σε πάρει ο διάφκανος! Που να μην έσωνε ο γιατρός να σε τραβήξει όξω απ΄της μάνας σου το άντερο! Σκάσε!»

«Άστονα μάνα το δύστυχο, άστονα! Τί σε κόφτει εσένανε; Σάμπως για σένα τα λέει..»

Ο Στάσης γύρναγε σαν σίφουνας στον κάτω μαχαλά και χαλούσε τον κόσμο κι’ η κυρά-Θέκλα δεν τον άντεχε. Ο γιός της πάλι, είχε μιάν ανεξήγητη ανοχή απέναντι στα χούγια του Στάση. Θες γιατί τον είχε συμμαθητή στα πρώτα χρόνια πρίν ο Στάσης απογίνει εντελώς, θες γιατί ένιωθε κάποια συνενοχή που τότε δεν τον αφήναν σε χλωρό κλαρί, τον είχε κάπως σαν αδικημένο συγγενή και τον συμπόναγε.