Γειά χαρά,
αποφάσισα να σας γράψω για την καθημερινότητα στη γερμανία·
μπορεί να σας φάνει σκληρή, αφού μάθαμε να ζήσυμε με τον κωλόκαιρο. Σήμερα έχει τόσο σκοτάδι όσο δεν πιστεύεις νάναι καλοκαίρι.
Λοιπόν, όταν βρέχει, βάλω το αδιάβροχα παντελόνι που κρατά σχετικά στεγνά τα πόδια και τα παπούτσια. Όταν βρέχει καρεκλοπόδαρα, παίρνω άλλη μπλούζα μαζί μου για ναλλάξω (πως να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα μή ρωτάτε).
Κανονικά βοηθάει να πιώ ένα τσάι για να ζεσταθώ λιγάκι.
Στα παιδικά μας χόνια, η μάνα μας είπε· «Κοιτάξτε τα πράσσινα φύλλα κι απολαύστε τα βράδια.» «Μαμά, βαρεθήκαμε από τη βροχή! Πότε πάμε για μπάνιο;!»
Όταν κάναμε μπάνιο στη Βαλτική Θάλασσα, το κρύο δε με ένοιασε κι έμεινα μέσα ωστε ο μπαπάς να με τραβήξει έξω. Μετά μας κυνήγησε στο τρέξιμο για να ζεσταθούμε, κι η μάνα μας έδινε ζεστή σοκολάτα.
Τον ήλιο όπως τον ξέρετε εσείς σπάνια τον βλέπαμε, μεγάλωσα σε λαστεχένιες μπότες όταν παίξαμε στη λάσπη. Από την άλλη, όταν το θερμόμετρο στις δέκα το πρωί έδειξε 30 βαθμούς, μας αφήσανε τις τελευταίες δύο ώρες στο σχολείο, άδεια λόγω ζέστης.
Οι μεγάλοι μας φάνηκαν αυστηροί, συνήθως ο κόσμος ήταν σε κακιά διάθεση όταν έπεσε χιόνι τον Ιούνιο.
Συμπέρασμα· ο κωλόκαιρος κάνει τον κόσμο αδιάθετο και σκληρό. Υπάρχουν τα καθήκοντά του, η μέρα έχει καθαρή δομή για να τα προλάβεις όλα. Οι νόμοι είναι αυστηροί, οι απασχολήσεις εντός σπιτιού περιοριζόταν στο διάβασμα ή σε άλλα, και παρακαλώ χωρίς θόρυβο! Οι γείτονες θέλουν την ησυχία τους...
Προσωπικά θα έλεγα· επιβίωσα με δυσκολίες, κι όταν ήρθα στην Ελλάδα, πρώτ´απόλα απόλαυσα τον ήλιο και το φώς που περισσεύει. Για να ζει ο άνθρωπος θέλει φώς κι όχι χρήματα!
Σας χαιρετά το ελληνομανές κορίτσι
Γειά σου Κωστάνζα.
Απίστευτη η περιγραφή της καθημερινότητάς σας μέσα στο καλοκαίρι.Καλό είναι να τα ακούνε όσοι Έλληνες κοιτάνε πάντα κατά την Ευρώπη και πιστεύουν ότι εκεί είναι όλα τέλεια.
Εμένα αυτό που μου αρέσει πολύ είναι ότι, όπως ακούω, εφαρμόζονται οι νόμοι.
Αν είχαμε τέτοιο κλίμα εδώ, με όλα μας τα προβλήματα θα είχαμε πολύ περισσότερες αυτοκτονίες.
Για να ζει ο άνθρωπος θέλει φως.
Χαίρομαι πολύ που επικοινωνείς μαζί μας!
Γειά σου Έλενα,
δίκιο έχεις. Αναρωτιέμαι πως να κοιτάξει κανείς κατά την Ευρώπη όταν ξέρει λίγες εκτός από τις περιοχές που έζησε.
Εδώ τα προβλήματα είναι λίγο διαφορητικά· οι κοινωνία έχασε την επαφή με το πάτωμα· υπάρχουν όλα τα άρθρα κατανάλωσης για τους περισσότερους, κι όμως τι να τα κάνεις χωρίς αγάπη ή χαρά;
Νομίζω ότι την κατανάλωση πολλών μπερδευτήκαμε με τη θέση αυτών που τα λέμε «τα καλά». Αρκεί το πιάτο να γεμίσει και να μεθύσω. Αφού θέλω την ηρεμία μου, δεν ανοίγω την πόρτα. Τρώω, πίνω, βλέπω τηλεόραση και λέω «γαμό τους Έλληνες που μου κλέβουνε τα λεφτά μου. Όλη μέρα στην παραλία να πιούνε το ούζο, κι αντί να εργαστούν κάνουν καμάκι στις ξανθιές μας!»
Βάλτε όποιους άλλους. Τώρα φανταστείτε πως μεγαλώνουν τα παιδιά σε τέτοιες περιστάσεις. «Φάγε, πιές» τρείς φορές την ημέρα, άλλα κίνητρα;
Τα λυπάμαι.
Για να δείτε πως είναι τα πράγματα.
Τέλος του 19ου αιώνα, μας έλεγαν τον λαό ποιτητών και στοχαστών, μετά τον Αδόλφο ας μας πούνε τον λαό δικαστών και μπόγιων
(das Volk der Dichter und Denker ward zum Volk der Richter und Henker)
παρόλα αυτά κάθε μέρα πορσπαθόυμε να βάλουμε λίγο χρώμα στην ασπρόμαυρη νοοτροπία
δεν έχει νόημα να πικροκαρδίσουμε!
Την Ευρώπη βλέπω σαν ευκαιρία να ποικιλίασουμε· μικροί και μεγάλοι λαοί να ενωθούν για να ζουμε καλύτερα.
Με άλλα λόγια· ας φτιάξουμε την Ευρώπη με το καλό για τους πολίτες της
Το πιο κοντό αστείο βόρρειας γερμανίας· έχουμε ήλιο
το επόμενο κοντό· εκεί πέρα ανοίγει (ο ουρανός)
σας χαιρτετώ
βρε Κωστάνζα, πολύ ωραία η περηγραφή σου για την καθημερινότητα, αλλά εγώ δεν μπορώ να ότι έχω τις ίδιες εντυπώσεις.
Πράγματι ο καιρός ήταν δύσκολος. Έχω ζήσει χειμώνες στη Γερμανία ειδικά την δεκαετία το ΄80 που υποκειμενικά έχω την εντύπωση ότι τότε έκανε περισσότερο κρύο. Με δεκαοκτώ βαθμούς κάτω από το μηδέν περίμενα το λεωφορείο για να πάω σχολείο με μπόλικη λιπαρή κρέμα στα μούτρα για να μην παγώνει το πρόσωπο τελείως. Σκούφους, γάντια και γενικά ο χειμώνας ήταν σκοτεινός και η μέρα μικρή.
Αλλά ζούσαμε. Με τους φίλους μας, τις οικογένειες μας, βγαίναμε, συναντιόμασταν, γνωριζόμασταν, ερωτευόμασταν, ονειρευόμασταν, είχαμε φιλοδοξίες, στόχους. Και προχωρούσαμε με αισιοδοξία και γεμάτοι ζωή.
Για να έχουν αλλάξει τόσο πολύ τα πράγματα όπως τα περιγράφεις, σίγουρα δεν φταίει ούτε το κρύο, ούτε η βροχ'ες. Μάλλον έχει ξεσπάσει η κρίση και στη Γερμανία για τα καλά. Όπως και εδώ έτσι και εκεί τα σπασμένα τα πληρώνει ο απλός λαός. Απλά στη Γερμανία οι δημαγωγοί έχουν τρόπους να τα κρύβουν πίσω από ωραιοποιημένες στατιστικές και παχιά λόγια περί ανάπτυξης.
-Η Χάικε περνάει τις τελευταίες μέρες χωρίς φως και ηλεκτρικές συσκευές στο διαμέρισμά της. Λόγω αδυναμίας της να πληρώσει το λογαριασμό η εταιρεία παροχής της έκοψε το ρεύμα.
.
.
-το 15 % των παιδιών στη Γερμανία είναι φτωχά ή απειλούνται από τη φτώχεια.
.
.
.
Ευάλωτοι στη φτώχεια οι Γερμανοί συνταξιούχοι
.
.
.
κάτι δεν πάει καλά κάτι δεν μας λένε;
ωραία, ενώ εσύ ήσουν μεγάλος όταν ήρθες, τη εκαετία `80 μεγάλωσα·
1ον) μεγάλωσα στο Κίελο, στην «περιοχή μεταξύ των θαλάσσων», όπου φυσάει ο άνεμος και ο καιρός είναι λίγο άγριος
2ον) όσο κατεβαίνεις νότια από το Αμβούργο, τόσο πιο άνετα το κλίμα· δεν έχεις τον άνεμο και γενικά σταθερό καιρό.
Σωστά, τα πράγματα άλλαξαν. Το 1989, η ανατολική γερμανία άνοιξε της σιδερένιες κουρτίνες», κι η ένωση έγινε τάκα-τάκα για πολιτικούς λόγους. Εν τω μεταξύ, η χώρα προετοιμαζόταν για την ΕΕ· πολύ δύσκολη εποχή περάσαμε. Έκλεισαν πολλές υπηρεσίες, πωλήθηκε ο κρατικός σιδερόδρομος με φρικτά αποτελέσματα, ανέβηκε η ανεργία, ενώ οι πλούσιοι έγιναν πολύ πλούσιοι. Κι όμως, με περιφάνεια ο Χέλμουτ Κόλ παρουσιαζόταν «ο καγγελάριος της ένωσης».
Δυστυχώς αυτή η διαδικασία έφαγε σχεδόν όλες τις ρεζέρβες για τους συνταξιούχους, ωστε η επόμενη γεννιά δε θα είναι σε θέσει να πληρώσει όλους που εργαζόταν τη ζωή τους. Για να γίνει αυτό, χρειαζόταν λομπυϊσμός χείρότερης τάξης.
Αρκετά παιδιά δεν έχουν προοπτικές, αφού οι λομπυϊστές δεν ενδιαφέρονται για την κοινωνία.
Το να καταστραφεί ο κόσμος τους, πολλοί πολίτες του σοσιαλισμού δεν το κατάλαβαν. Άρα ανεβαίνει ο ρατσισμός όπως και ένας τυφλός μίσος σε όποιονδήποτε που πάει καλύτερα απ´αυτούς. Ποιός να φροντίσει τα παιδιά; Ποιός να τα δώσει ελπίδα;
Τέτοια θεμέλεια πράγματα έχουμε ξεχάσει.
Επίσημα δε θα τα ακούσεις, βέβαια. Φοβάμαι ότι κατά βάθος τρέχει κάτι σκοτεινό και πονηρό τόποιο δε μπορώ να το περιγράψω· έρπω στην επιφάνεια κι ελπίζω να βγούν όλα καλά.
Καλό ΣΚ