Ιστολόγια

Το δασάκι

Ξυπνούσε τα βράδια ιδρωμένος. Μια κραυγή ανακατεμένη με ένα λυγμό ξέσκιζε το λάρυγγά του. Ένιωθε τα μάτια του να καίνε. Η αναπνοή του βάραινε στο στήθος του, η καρδιά του παλλότανε σαν πολεμικό τύμπανο. Ανακαθόταν στο κρεβάτι και έσφιγγε τα γόνατα μες στα χέρια του. Περίμενε μέχρι τα μάτια του να προσαρμοστούν στο σκοτάδι. Πάλευε να ξεκρίνει τις αδρές γραμμές από τα έπιπλα, σημάδια αναφοράς σε ένα μισοψεύτικο σύμπαν, σε ένα χρόνο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασίωση. Δεν ένιωθε ποτέ ότι είναι ξύπνιος, απλώς το συμπέρανε από την αίσθηση των πραγμάτων γύρω του.

Βαρέθηκα! (δημιουργικά όμως)

Βαρέθηκα!
Βαρέθηκα τη γκρίνια, τον αρνητισμό, τη μιζέρια, την έλλειψη συμμετοχής, την αδιαφορία, τη, τη, τη...
Τα βαρέθηκα όλα αυτά.
Βρέχει. Ο δρόμος έξω ποτάμι. Δεν μπορώ να περάσω. Το φρεάτιο βουλωμένο. Τα παίρνω στο κρανίο. Είναι βουλωμένο εδώ και χρόνια. Όλοι γκρινιάζουμε για το φρεάτιο κάθε φορά που βρέχει. Κανείς ποτέ δεν κάνει τίποτα...

Categories: 

Ένα μαχαίρι

Λες να 'τανε ο William George Allum αυτός που αγόρασε εκείνο το μαχαίρι για εφτά φράγκα από τον γέρο παλαιοπώλη στο Αλγέρι...?

Λες οι ανθρώποι να 'ναι ορυχεία που περιμένουν να σκαφτούν...?

Λες εκείνη η γραμμή στον ορίζοντα να είναι πραγματική, εννοώ ένας πραγματικός τόπος, υπαρκτός, όχι μια οφθαλμαπάτη, ένα ξελόγιασμα των αισθήσεων, ένα ψεύτικο ζευγάρωμα.

Υπάρχουν άραγε και τέτοια ζευγαρώματα...?

Κόκκινο

“…υπάρχουν στιγμές που νιώθεις τα πάντα γύρω σου να σταματούν
στιγμές που νιώθεις το χρόνο να κόβεται στα δυο
στιγμές που δεν αφήνουν τίποτα ίδιο πίσω τους
στιγμές που εύχεσαι να σ’ είχαν προσπεράσει…”

contact